Η μοναξιά των γιορτών: μήπως τελικά είναι επιλογή;

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

Οι γιορτές πλησιάζουν και πολλοί άνθρωποι δεν χαίρονται καθόλου. Από τη μια οι τεράστιες οικονομικές πιέσεις, και από την άλλη οι δυσκολίες στις σχέσεις έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια τα Χριστούγεννα μια περίοδο που πολλοί θα προτιμούσαν να αποφύγουν.

            «Θα ήθελα να κοιμηθώ γύρω στις 20 Δεκεμβρίου και να ξυπνήσω στις 10 Ιανουαρίου» μου έλεγε πρόσφατα μια χωρισμένη θεραπευόμενή μου με ενήλικα παιδιά που ζουν στην Αμερική.

            «Γιατί;» τη ρώτησα.

            «Γιατί στις γιορτές η μοναξιά μου γίνεται πιο μεγάλη,» μου εξήγησε.

            Τι είναι όμως αυτή η μοναξιά που τόσο κόσμο κάνει να υποφέρει; Για μένα ο τέλειος τρόπος για να περιγράψω τη μοναξιά είναι η διαφήμιση ενός Γερμανικού σουπερμάρκετ που είδα πρόσφατα. Σ΄αυτή, πρωταγωνιστεί ένας παππούς που ζει μόνος του σε ένα όμορφο, στολισμένο σπίτι. Καθώς οι γιορτές πλησιάζουν, τα παιδιά του τον ενημερώνουν ότι δεν θα μπορέσουν να περάσουν μαζί του τις γιορτές κι εκείνος δείχνει πολύ απογοητευμένος. ‘Ετσι σκαρφίζεται ένα τρόπο για να έρθουν κοντά του με το ζόρι – τους στέλνει ειδοποίηση ότι πέθανε. ‘Ολοι μαζεύονται για την κηδεία του  και ξαφνικά, εμφανίζεται μπροστά τους ολοζώντανος και τους λέει «πώς αλλιώς θα σας έφερνα;»

            Ο παππούς αυτός υποφέρει από διπλη μοναξιά: αφενός, είναι κυριολεκτικά μόνος σε ένα άδειο σπίτι. Αφετέρου, με τα παιδιά του είναι τόσο μακρυά συναισθηματικά ώστε δεν έχουν καν την ανάγκη να είναι μαζί του και αναγκάζεται να τους φέρει κοντά με ένα κόλπο. Αυτή, για μένα, είναι η απόλυτη μοναξιά.

            Μοναξιά μπορεί να νιώθει κανείς επειδή δεν έχει ανθρώπους για να κάνει πράγματα μαζί τους. Μοναξιά μπορεί επίσης να βιώνει κάποιος που ενώ βρίσκεται με άλλους  ανθρώπους, δεν επικοινωνεί μαζί τους και δεν αισθάνεται καλά δίπλα τους. Μόνος είναι εκείνος που κάθεται στον καναπέ ενός άδειου σπιτιού. Μονος είναι όμως και εκείνος που κάθεται σε ένα τραπέζι γεμάτο ανθρώπους με τους οποίους δεν μπορεί να συνεννοηθεί και δίπλα στους οποίους νιώθει άσχημα.

            ‘Οταν λοιπόν μιλάμε για την περίφημη μοναξιά των γιορτών, αναφερόμαστε σε τουλάχιστον δύο διαφορετικές καταστάσεις. Είτε σε άτομα που δεν έχουν συγγενείς ή φίλους κοντά τους και επομένως περνάνε τις γιορτές μόνοι τους. Είτε σε άτομα που ενώ έχουν κάποιους κοντά τους, δεν νιώθουν καλά μαζί τους και άρα αισθάνονται μόνοι.

            Ασφαλώς η μοναξιά, είτε στη μια της έκφανση είτε στην άλλη, είναι μια βαρειά και δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση - και γίνεται ακόμα βαρύτερη τις ημέρες των γιορτών για τις οποίες μας έχουν καλλιεργηθεί τόσο υπερβολικές προσδοκίες.           Ωστόσο, η μοναξιά δεν είναι μια αρρώστια που από κάπου κολλήσαμε. Είναι απόρροια όλης της νοοτροπίας και του τρόπου ζωής μας. Σε κάποιο βαθμό, η μοναξιά είναι επιλογή. Μπορούμε να επιλέξουμε να ζούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υποφέρουμε από μοναξιά.

            Ακόμα και ο γερούλης της διαφήμισης που ανέφερα πιο πάνω θα μπορούσε να μην είναι μόνος και να μη χρειάζεται να κάνει κόλπα για να φέρει κοντά του τους δικούς του. Θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει σχέσεις με γείτονές του, με την ενορία του, με κάποιο σύλλογο ή κέντρο στην περιοχή του. Θα μπορούσε να περάσει με κάποιος άλλους συνομήλικούς του τις γιορτές αφού τα παιδιά του δεν μπορούσαν να είναι κοντά του – και τότε δεν θα ένιωθε μοναξιά γιατί θα ήταν ανάμεσα σε φίλους.

            Ας αρχίσουμε λοιπόν να βλέπουμε πιο ενεργητικά τη μοναξιά. Αντί να παραπονιόμαστε διαρκώς ότι δεν κανείς δεν μας καταλαβαίνει, όλοι μας αγνοούν, δεν έχουμε φίλους, δεν έχουμε οικογένεια, είμαστε μόνοι, ας κάνουμε κάτι γι΄αυτό. Φέτος ας αποφασίσουμε να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας και να νικήσουμε τη μοναξιά μας.

            Πώς; Ακολουθούν μερικές ιδέες. Θα μπορούσαμε, λοιπόν:

 

 

-       Να καλλιεργήσουμε τις σχέσεις με τους συγγενείς μας (ακόμα και με εκείνους που δεν τα πάμε περίφημα). Ειδικά στις γιορτές, να επισκεφθούμε τους πιο ηλικιωμένους – μπορεί να μην περάσουμε καλά αλλά θα νιώσουμε την ικανοποίηση ότι τους προσφέραμε κάτι καλό.

-       Να φροντίσουμε να έχουμε αληθινή επικοινωνία με τους φίλους μας (τουλάχιστον με εκείνους που εμπιστεύομαστε περισσότερο): να μιλάμε ειλικρινά και να μοιραζόμαστε μαζί τους τις χαρές και τις λύπες μας.

-       Να κάνουμε εθελοντική δουλειά: η προσφορά σε άτομα που βρίσκονται σε δύσκολη θέση θα μας κάνει να νιώσουμε χρήσιμοι και οι εμπειρίες τους θα  διευρύνουν τους ορίζοντές μας.

-        Να γνωρίσουμε νέα άτομα και να καλλιεργήσουμε σχέσεις μαζί τους. Ειδικά αν οι υπάρχουσες σχέσεις μας δεν είναι ικανοποιητικές (και προφανώς δεν είναι αν νιώθουμε μοναξιά), τότε είναι ανάγκη να δημιουργήσουμε νέες  φιλίες. ‘Ενας καλός τρόπος γι΄αυτό είναι να γραφτούμε σε κάποιο σύλλογο ανάλογο με τα ενδιαφέροντα μας (πχ. ορειβατικό σύλλογο, λέσχη φωτογραφίας, ομάδα ανάγνωσης βιβλίου, κλπ). Επίσης, στο διαδίκτυο υπάρχουν κλαμπ κοινωνικής δικτύωσης που οργανώνουν δραστηριότητες και φέρνουν κοντά ανθρώπους με παραπλήσια ενδιαφέροντα.

 

            Φέτος ας κάνουμε το σπουδαιότερο δώρο στον εαυτό μας – ας τον γλυτώσουμε από τη μοναξιά. Μπορούμε να φτιάξουμε μια ικανοποιτητική ζωή με ουσιαστικές σχέσεις – αρκεί να αποφασίσουμε να δουλέψουμε γι΄αυτό.

 

      Για τις γιορτές λοιπόν, σας εύχομαι ολόψυχα, Υγεία, Αγάπη και ...Καλή Δουλειά!!!

Ο Άγιος Βασίλης και η Βία

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

Τι θα ζητήσετε αλήθεια φέτος από τον ‘Αγιο Βασίλη; Υγεία, δουλειά, λεφτά για να αγοράσετε παιχνίδια στα παιδιά;

            Εσείς μπορεί να αγωνιάτε για να βρείτε τα χρήματα να αγοράσετε δώρα στα παιδιά σας. Πολλά παιδιά, ωστόσο, βαθιά μέσα τους δεν επιθυμούν πανάκριβα δώρα. Επιθυμούν μια καλύτερη καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα με λιγότερη πίεση, με λιγότερη αγωνία. Με λιγότερη βία.

            Γιατί είναι αλήθεια πως πολλά παιδιά βιώνουν τη βια -τη σωματική, τη λεκτική, τη συναισθηματική βια- στο σχολείο, στο σπίτι ή στη γειτοινιά τους. Σχολικός εκφοβισμός, οικογενειακός εκφοβισμός, και τώρα τελευταία, ηλεκτρονικός εκφοβισμός.

            Πολλά παιδιά  αρχίζουν τη μέρα τους με σφιγμένο στομάχι και δάκρυα στα μάτια. Ζουν μέσα στην αγωνία και το φόβο – φόβο για το συμμαθητή που τα απειλεί, τον καθηγητή που τα μαλλώνει, το γονιό που τους φωνάζει. Πέρα από τις φωνές, τις βρισιές, τις διαρκείς επικρίσεις και κριτικές, αρκετά παιδιά υφίστανται ακόμα και σωματική βία, μια που είναι αλήθεια ότι πολλοί γονείς εξακολουθούν σήμερα να χτυπάνε τα παιδιά τους – άσχετα αν εκ των υστέρων μετανιώνουν και ντρέπονται γι΄αυτό.

            Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, πως μετά από όλες αυτές τις μορφές βιας, τα παιδιά τρομοκρατούν το ένα το άλλο και ασκούν έμμεσα ή άμεσα βια μεταξύ τους. Πρόσφατη έρευνα σε 4987 ελληνόπουλα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έδειξε πως το 31,98% των ερωτηθέντων είχε υπάρξει «θύμα» και το 30.20% «θύτης» σε κάποιο επεισόδιο σχολικού εκφοβισμού (EuropeanAntibullyingCampaign, 2012). Αν σε αυτό προσθέσουμε το γεγονός ότι πολλά παιδιά είναι «μάρτυρες» ενός επεισοδίου, πράγμα που επίσης τους γεννά αρνητικά συναισθήματα, καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλο είναι το ποσοστό των παιδιών που βιώνει κάποια πτυχή της βιας στο σχολείο.

            Ένα αγόρι 15 χρονών μου έλεγε πρόσφατα: «το σχολείο είναι για μένα χειρότερο από κόλαση». Τι να τα κάνει τα παιχνίδια και τα πανάκριβα δώρα ένα παιδί όταν ζει μέσα στην απαξίωση και τον φόβο;

            Ίσως, λοιπόν, αντί να αγχνωνόμαστε να βρούμε τα χρήματα για να αγοράσουμε παιχνίδια και ρούχα στα παιδιά μας, θα ήταν καλύτερο να εστιάσουμε σ΄αυτό που πραγματικά χρειάζονται: μια ζωή χωρίς διαρκή αγωνία, μια ζωή με αποδοχή, ενθάρρυνση και σαφή όρια.

            Το καλύτερο δώρο για τα παιδιά μας δεν είναι μια ακριβή κονσόλα ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Είναι να τα βοηθήσουμε να ζήσουν καλύτερα. Να τα εκπαιδεύσουμε χωρίς να χρησιμοποιούμε την απειλή και το φόβο. Να τα διδάξουμε στην πράξη πώς να λύνουν ειρηντικά τις διαφορές τους. Να τα μάθουμε να εκφράζουν τις ανάγκες τους με λόγια κι όχι με τη βια. Να τα πείσουμε πως έχουν δύναμη και ικανότητες και αξία. Πως αν συνεργάζονται –αντί να ανταγωνίζονται- μπορούν να κάνουν θαύματα.

            Ας ζητήσουμε λοιπόν από τον ‘Αγιο Βασίλη να μας δώσει το θάρρος να αντικρίσουμε κατάματα την πραγματικότητα που έχουμε κατασκευάσει για τα παιδιά μας και την υπομονή να εργαστούμε για να την κάνουμε καλύτερη. Ας του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να νικήσουμε τη βία μέσα μας και γύρω μας για να προσφέρουμε έναν αληθινά όμορφο κόσμο στα παιδιά μας.

 

* * *

Η συγχώρεση και η προσφορά κάνουν καλό στην υγεία

 

Από την Σοφία Ανδρεοπούλου, M.Sc

Ψυχολόγο – Παιδοψυχολόγο

 

Οι γιορτές πλησιάζουν και μαζί τους έρχονται και όλα εκείνα που τυπικά γίνονται κάθε χρόνο γιατί «πρέπει» ή γιατί «είθισται»: η αγάπη προς όλους, η συγχώρεση, η προσφορά σε όσους έχουν ανάγκη. Τα παιδιά στα σχολεία θα μαζέψουν τρόφιμα ή παιχνίδια για τα ορφανά, και κάποιοι ενήλικες θα θυμηθούν την ηλικιωμένη γειτόνισσα που είναι μόνη, ή τον άνεργο που ζητιανεύει στο φανάρι. Θα κάνουμε λοιπόν όλοι τις «καλές μας πράξεις» (πιθανώς και για να μη νιώθουμε ενοχές που ξοδεύουμε τόσα χρήματα για δώρα και διασκεδάσεις) και όταν οι γιορτές περάσουν, θα επιστρέψουμε στον μικρόκοσμό μας. Θα συνεχίσουμε να θυμώνουμε με τους ίδιους ανθρώπους που καθόλου δεν τους έχουμε συγχωρέσει. Και θα ξεχάσουμε όλους εκείνους που έχουν ανάγκη με την «λογική» σκέψη πως θα έπρεπε το κράτος να φροντίζει για εκείνους και πως εμείς ήδη πιεζόμαστε πολύ – δεν μπορούμε να προσφέρουμε και σε άλλους.

Η συγχώρεση, ωστόσο, και η προσφορά, είναι δύο έννοιες που δεν θα έπρεπε να τις θυμόμαστε μόνο τα Χριστούγεννα και να τις ξεχνάμε την 1η Ιανουαρίου γιατί και οι δύο είναι εξαιρετικά ωφέλιμες για εμάς σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Ας δούμε το γιατί.

Η συγχώρεση: μια παρεξηγημένη έννοια

Όταν κάποιος μας βλάψει προφανώς όλοι βιώνουμε απογοήτευση, θλίψη ή οργή. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι μοιάζουν να κολλούν στα συναισθήματα αυτά για χρόνια, ακόμα κι αν έχουν βγάλει από τη ζωή τους το άτομο που φταίει. Τα συναισθήματα αυτά όμως τους βλάπτουν συχνά περισσότερο απ’ όσο τους είχε βλάψει η αρχική πράξη του «φταίχτη».

Σε πολλές έρευνες καταδεικνύεται ότι η διαρκής οργή προξενεί ποικίλα ψυχοσωματικά προβλήματα και θέματα υγείας, πέρα από το προφανές γεγονός ότι χαλάει τη διάθεσή μας και δυσκολεύει τις σχέσεις μας. Έτσι, αν κάποιος μου κάνει κακό και εγώ συνεχίσω για καιρό να κουβαλάω την οργή μέσα μου, είναι σαν να βλάπτω και εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου.

Πολλοί άνθρωποι βέβαια θυμώνουν και μόνο στην ιδέα να συγχωρέσουν κάποιον που τους έβλαψε θεωρώντας πως έτσι είναι σαν να τον απαλλάσσουν από την ενοχή. «Άλλωστε», λένε, «πρέπει να ζητήσει συγγνώμη για να τον συγχωρέσω. Αφού δεν έχει παραδεχτεί το λάθος του, τότε πώς να τον συγχωρέσω;»

Και όμως - το να συγχωρέσεις τον άλλο δεν έχει πραγματικά σχέση με τον άλλο. Έχει σχέση μόνο με σένα. Δεν τον συγχωρείς επειδή εκείνος ζήτησε συγνώμη ή κατάλαβε το λάθος του. Τον συγχωρείς επειδή εσύ κατάλαβες πως δεν αξίζει να δαπανάς άλλη ενέργεια για εκείνον. Δεν τον συγχωρείς για να κάνεις καλό σε εκείνον - τον συγχωρείς για να κάνεις καλό σε σένα.

Αν εξακολουθώ για πολύ καιρό να ασχολούμαι με το άτομο που με έβλαψε, τότε του δίνω κι άλλο χρόνο από τη ζωή μου. Μου έκανε το κακό που μου έκανε στο παρελθόν και τώρα του δίνω την ευκαιρία να μου κάνει κι άλλο κακό γιατί επιτρέπω στην ανάμνηση του να καταστρέφει το παρόν μου. Όταν δεν τον συγχωρώ, ουσιαστικά βλάπτω τον εαυτό μου γιατί μένω προσκολλημένος στο παρελθόν αντί να ζω το παρόν. 

 

 

 

Όταν δεν συγχωρώ:

-Κουβαλάω μόνιμα ένα βάρος

-Καθηλώνομαι στο παρελθόν και χάνω μεγάλο μέρος από το παρόν.

-Αφήνω το αρνητικό κομμάτι του παρελθόντος να υπερκαλύψει το θετικό.

-Εγκλωβίζω ενέργεια και χρόνο να ασχολούμαι με κάτι που δεν μπορώ πια να αλλάξω αφού έχει ήδη γίνει.

-Οι αρνητικές σκέψεις και τα αρνητικά συναισθήματά μου αλλοιώνουν τον τρόπο που βλέπω τη ζωή και το μέλλον. Είναι πιθανότερο να πάρω εσφαλμένες αποφάσεις, να κάνω σπασμωδικές ενέργειες ή να κολλήσω σε έμμονες ιδέες.

 

Όταν συγχωρώ:

-Δείχνω στον εαυτό μου (πιθανώς και στους άλλους) ότι είμαι τόσο δυνατός ώστε να ξεπεράσω την κακή συμπεριφορά του άλλου. 

-Απελευθερώνομαι από τα βάρη και τις εκκρεμότητες του παρελθόντος.

-Αφήνω το παρελθόν στο παρελθόν και ζω το παρόν.

-Διδάσκομαι από τα άσχημα πράγματα που μου συμβαίνουν και γίνομαι έτσι πιο δυνατός και πιο σοφός.

-Λειτουργώ με μεγαλύτερη ανθρωπιά, αποδεχόμενος τους ανθρώπινους περιορισμούς (του άλλου και τους δικούς μου).

-Δίνω την ευκαιρία στον εαυτό μου να θυμάται και τα θετικά (όχι μόνο τα αρνητικά) του παρελθόντος μου και έτσι νιώθω καλύτερα στο παρόν.

 

Η προσφορά: το καλύτερο φάρμακο

 

Η προσφορά στον συνάνθρωπο δεν είναι απλώς μια επιταγή της θρησκείας μας – είναι ένα αληθινό φάρμακο που μας ευεργετεί ποικιλοτρόπως. Πολλές έρευνες τις τελευταίες δεκαετίες καταδεικνύουν την τεράστια αξία της προσφοράς γενικά και ειδικότερα του εθελοντισμού στην ψυχική και σωματική υγεία.

Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα πολλών ερευνών για την επίδραση του εθελοντισμού στην υγεία οι Γουίλσον και Μούσικ του Πανεπιστημίου του Ντιουκ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο εθελοντισμός μειώνει τα προβλήματα υγείας και απομακρύνει την πιθανότητα θανάτου επειδή: ενισχύει την αυτοεκτίμηση, δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι κανείς χρήσιμος και αποτελεσματικός, και τονώνει τους κοινωνικούς δεσμούς. Όλοι αυτοί οι παράγοντες βοηθούν το άτομο που προσφέρει να νιώθει καλύτερα και ρίχνουν το επίπεδο του στρες, πράγμα που ενισχύει  το ανοσοποιητικό  σύστημα και συμβάλλει έτσι σε καλύτερη υγεία.

Μια άλλη πρόσφατη έρευνα διεξήχθη από την δρα Φαΐζα Ταμπάσουμ και τους συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον. Οι ερευνητές αυτοί, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό “British Medical Journal Open”, ανέλυσαν στοιχεία για πάνω από 66.300 άτομα, εκ των οποίων το ένα πέμπτο (21%) συμμετείχε τακτικά ή περιστασιακά σε κάποια εθελοντική δράση.

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν ότι άσχετα με την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, την οικογενειακή κατάστασή τους ή το εισόδημά τους, όσοι έκαναν εθελοντισμό, είχαν μεγαλύτερη ψυχική/συναισθηματική ικανοποίηση σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν έκαναν κάτι ανάλογο. Όσο πιο συχνά έκανε κάποιος εθελοντισμό, τόσο πιο καλά ένιωθε, ενώ αντίθετα το χειρότερο «σκορ» ψυχικής ικανοποίησης είχαν όσοι δεν είχαν κάνει ποτέ εθελοντισμό.

Οι ερευνητές σχολιάζουν ότι όσοι προσφέρουν εθελοντική εργασία, συχνά έχουν μεγαλύτερο δίκτυο φιλικών και κοινωνικών επαφών, αλλά επίσης μεγαλύτερο «πρεστίζ» και επιρροή στον περίγυρό τους, ενώ αισθάνονται ότι έχουν κι ένα σκοπό στη ζωή τους. Γι’ αυτό άλλωστε ο εθελοντισμός βοηθάει πολύ και τα πιο ηλικιωμένα άτομα να νιώσουν καλύτερα και να έχουν καλύτερη υγεία.

 

Όταν προσφέρω: 

•Η  καθημερινότητά μου έχει κάποιο νόημα.

•Νιώθω χρήσιμος

•Νιώθω ότι είμαι σε αρκετά καλή θέση σε σχέση με κάποιον άλλο.

•Νιώθω ότι είμαι ενεργητικός και επηρεάζω το περιβάλλον μου.

•Κάνω γνωριμίες και νέους φίλους

•Αφήνω λίγο στην άκρη τα δικά μου προβλήματα και ασχολούμαι με κάποιον άλλο.

•Προσφέρω στον εαυτό μου μια πιο γεμάτη ζωή.

 

      Φέτος λοιπόν ας κάνουμε στον εαυτό μας αυτά τα δύο μεγάλα δώρα: ας βγάλουμε από τη ζωή μας εκείνους που μας έβλαψαν και ας βάλουμε στη ζωή μας εκείνους που μας χρειάζονται. Η ζωή μας έτσι θα είναι πολύ πιο ικανοποιητική και η υγεία μας (ψυχική και σωματική) πολύ καλύτερη. Και ας μην το κάνουμε αυτό μόνο τα Χριστούγεννα γιατί έτσι «πρέπει» - ας το κάνουμε όλο το χρόνο γιατί μας κάνει καλό! Σε όλους μας κάνει καλό!

Η υγεία μας και το παιχνίδι της χαράς

 

Απο την Σοφία Ανδρεοπούλου

Ψυχολόγο - Παιδοψυχολόγο

 

 

Στάση ζωής: το θεμέλιο για υγεία και ευτυχία

 

Η υγεία είναι πολύ σημαντική για όλους. «Υγεία πάνω απ’ όλα» λένε συχνά. Και πολλοί αφιερώνουν χρόνο και χρήματα για να φροντίσουν την υγεία τους – σε γιατρούς, φάρμακα, εξετάσεις. Κι ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι ξεχνούν έναν παράγοντα εξαιρετικά σημαντικό για την υγεία: την ψυχολογική τους κατάσταση.

‘Οχι μόνο η κοινή λογική, αλλά και πολλές επιστημονικές έρευνες καταδεικνύουν τη σχέση ανάμεσα στην ψυχολογική μας κατάσταση και τη σωματική μας υγεία. ‘Οταν νιώθουμε άσχημα, εκκρίνονται στον εγκέφαλο ουσίες που επηρεάζουν τη λειτουργία του σώματος. Επιπλέον, το χρόνιο άγχος μειώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, πράγμα που μας καθιστά πιο ευάλλωτους απέναντι σε διαφόρων ειδών παθήσεις.

Η ψυχολογική μας κατάσταση, όμως, επηρεάζεται πολύ από τη στάση που έχουμε, από τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και την ίδια τη ζωή. Η στάση αυτή είναι μια εσωτερική οπτική γωνία που διαμορφώνεται στην παιδική μας ηλικία και συνήθως την κουβαλάμε αμετάβλητη σε όλη μας τη ζωή. Είναι σαν ένα φίλτρο που μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο με ένα ορισμένο τρόπο - αρνητικό ή θετικό. 

Ας μην ξεχνάμε πως σχεδόν στα πάντα υπάρχει και θετική και αρνητική πλευρά. Καθένας μας αποκτά νωρίς στη ζωή του, την τάση να αντιλαμβάνεται περισσότερο, να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη μια από τις δύο αυτές πλευρές.

Το άτομο που έχει αρνητική στάση ζωής, φοράει μαύρα γυαλιά και βλέπει πιο έντονα την αρνητική πλευρά στο κάθετι, βλέπει το ποτήρι μισοάδειο. Τα μαύρα του γυαλιά τον κάνουν να αντιλαμβάνεται το χειρότετρο στο παρόν και να περιμένει το χειρότερο από το μέλλον.

Από την άλλη μεριά, αν έχω μια θετική στάση, αντιλαμβάνομαι περισσότερο τη θετική πλευρά στα πάντα κι έτσι βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο. Τα εσωτερικά μου γυαλιά μου δείχνουν έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο συμβαίνουν καλά πράγματα, στον οποίο υπάρχουν θετικές εξελίξεις..

 

Ο θετικός και ο αρνητικός άνθρωπος

 

Ανάλογα με την εσωτερική τους στάση, λοιπόν, διακρίνουμε τους ανθρώπους σε θετικούς ή αρνητικούς.

 

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει κυρίως το πρόβλήμα – ο θετικός τη λύση.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει περισσότερο αυτό που του λείπει – ο θετικός αυτό που έχει.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει τι μπορεί να πάει στραβά – ο θετικός τι μπορεί να πάει καλά.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει το κομμάτι που δεν λειτουργεί – ο θετικός αυτό που λειτουργεί.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει τι του έχουν κάνει – ο θετικός βλέπει τι μπορεί ο ίδιος να κάνει

 

‘Ετσι τελικά ο θετικός άνθρωπος βιώνει λιγότερο αρνητικά τα άσχημα που του συμβαίνουν, συνέρχεται πιο γρήγορα, και έχει μια δυναμική στάση που τον ωθεί να βρίσκει λύσεις. Καθώς νιώθει λιγότερα αρνητικά συναισθήματα και λιγότερο άγχος, έχει καλύτερη σωματική υγεία. ‘Εχει γενικά καλύτερη διάθεση, μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα, και λειτουργικότερες αντιδράσεις στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος.

 

Και όμως, η στάση ζωής αλλάζει: Το Παιχνίδι της Χαράς

 

Αλλάζει η στάση ζωής, πιθανώς αναρωτιέστε; Αν συνειδητοποιήσω ότι είμαι αρνητικός άνθρωπος, τι μπορώ να κάνω για να αλλάξω τα γυαλιά με τα οποία βλέπω τον κόσμο;

Ασφαλώς και αλλάζει, απαντούν οι ειδικοί. Η στάση ζωής είναι κάτι που έχω μάθει – όπως το έμαθα, μπορώ και να το «ξεμάθω». ‘Η, καλύτερα, μπορώ να μάθω κάτι άλλο, κάτι πιο λειτουργικό που θα συμπληρώσει αυτό που ήδη ξέρω. ‘Οπως «διδάχτηκα» από το περιβάλλον μου να βλέπω αρνητικά τα πράγματα, έτσι μπορώ να «διδάξω» τον εαυτό μου να τα βλέπει θετικά. Αρκεί να αποφασίσω να δουλέψω συστηματικά πάνω σε αυτό τον στόχο. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το κάνω αυτό – είτε μόνος μου, είτε με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας.

‘Ενας τρόπος που έχει λειτουργήσει πολύ για μένα, είναι το παιχνίδι της χαράς. Το παιχνίδι της χαράς –που το έπαιζε η Πολυάννα, η ηρωιδα ενός βιβλίου που διάβασα όταν ήμουν παιδί- είναι πολύ απλό: προσπαθείς σε κάθετι που σου συμβαίνει να βρεις τη θετική πλευρά. Βλέπεις και βιώνεις την αρνητική πλευρά αλλά μετά εστιάζεις την προσοχή σου στη θετική. Έτσι βρίσκεις πάντα κάτι που θα σε παρηγορήσει και θα σου δώσει κάποια χαρά.  

Παίρνεις, για παράδειγμα, μια κλήση για παράνομο παρκάρισμα, και σκέφτεσαι «ευτυχώς που δεν μου πήραν τις πινακίδες.» ‘Ερχεται ένας τεράστιος ΕΝΦΙΑ και σκέφτεσαι «ευτυχώς που έχω σπίτι να μένω κι ας πληρώνω φόρους». Σε απολύουν από τη δουλειά και σκέφτεσαι «τώρα θα έχω περισσότερο χρόνο με το παιδί μου».

Σας φαίνονται παρατραβηγμένα όλα αυτά; Κι όμως, δεν είναι. Είναι σκέψεις που κάποιοι άνθρωποι τις κάνουν, νιώθουν καλύτερα και διαχειρίζονται καλύτερα τη ζωή τους. Γιατί να μην τις κάνουμε κι εμείς;

Ασφαλώς, θέλει χρόνο και επανάληψη για να λειτουργήσει το παιχνίδι της χαράς. Δείτε το σαν να μαθαίνετε μια ξένη γλώσσα. Αγοράστε ένα τετράδιο και όποτε συμβαίνει κάτι που σας αναστατώνει, προσπαθήστε να βρείτε κάτι θετικό ή έστω παρηγορητικό και να το σημειώσετε. Στην αρχή θα χρειαστεί να πιεστείτε πολύ για να βρείτε κάτι. Σταδιακά όμως, το μυαλό σας θα εκπαιδευτεί και θα αρχίσετε πραγματικά να αισθάνεστε τη διαφορά.

  Πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο να κάνετε την προσπάθεια αυτή. Το Παιχνίδι της Χαράς θα σας βοηθήσει να ξεπεράσετε πιο γρήγορα τη θλίψη και την απογοήτευση. Θα μειώσει το άγχος σας και θα τονώσει έτσι το ανοσοποιητικό σας σύστημα. Θα βελτιώσει τις σχέσεις σας. Θα κάνει πιο ικανοποιητική τη ζωή σας και θα σας βοηθήσει να τη χαίρεστε περισσότερο. Είναι στο χέρι σας να επιλέξετε μια καλύτερη στάση. Στο κάτω-κάτω «δεν έχει σημασία τι σου έχει κάνει η ζωή, αλλά τι κάνεις εσύ με αυτό που σου έχει κάνει».

Συγκατοίκηση με τον παπού ή τη γιαγιά: η μεγάλη πρόκληση

                                         Από τη Σοφία Ανδρεοπούλου

                               Ψυχολόγο – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

 

 

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν ανέκαθεν πηγή στήριξης για τους γονείς στην Ελλάδα, ακριβώς όπως και τα παιδιά ή τα εγγόνια συνήθως στηρίζουν τους ηλικιωμένους γονείς ή παπούδες. Η συχνά αναγκαστική αυτή αλληλεξάρτηση έχει πολλά ωφέλη για όλους αλλά προξενεί και πολλά προβλήματα. Οι καυγάδες και οι εντάσεις σε πολλά σπίτια είναι καθημερινό φαινόμενο, πράγμα αναμενόμενο αφού μιλάμε για διαφορετικές γενιές με άλλες νοοτροπίες και απωθημένα που πρέπει να συννενοηθούν και να συνεργαστούν. Συχνά, καθένας κατηγορεί ή υποννομεύει τον άλλο και όλοι γίνονται δυστυχισμένοι.

 

Πώς πιθανώς αισθάνεται ο πατέρας ή η μητέρα;

 

Ο ενήλικος που στρέφεται στους γονείς τους για βοήθεια συχνά αισθάνεται σαν να ξαναέγινε παιδί – και συχνά αντιδρά ως παιδί. Αισθάνεται κάπως έτσι: «’Αδικα έκανα τόση προσπάθεια τόσα χρόνια. Ξαναβρίσκομαι εκεί απ’ όπου ξεκίνησα και πάλι μου φέρεται σαν να είμαι παιδί. Με υποννομεύει και με μειώνει μπροστά στο παιδί μου και δεν μπορώ να πω κάτι για να μη γίνει χαμός. Επειδή τον/την χρειάζομαι, πρέπει να γίνεται πάντα το δικό του/της; Δε βλέπει πως έτσι κάνει κακό και σε μένα και στο παιδί;»

 

Πώς συχνά αισθάνεται ο παππούς ή η γιαγιά;

 

Από την άλλη μεριά, ο παππούς ή η γιαγιά που επιστρατεύεται για να βοηθήσει το παιδί και το εγγόνι, συχνά νιώθει πίεση και παράπονο γιατί θεωρεί πως υφίσταται άδικα διαρκή κριτική για τον τρόπο που φέρεται στο εγγόνι. Συνήθως αισθάνεται κάπως έτσι: «Τόσα χρόνια έκανα τα πάντα για εκείνην (ή εκείνον), τώρα πάλι βοηθάω όσο μπορώ κι αυτή είναι όλο νεύρα. Δεν είναι ποτέ ευχαριστημένη γιατί τάχα κακομαθαίνω το παιδί. Αν δεν της αρέσει, γιατί δεν τα κάνει μόνη της;»

 

Πώς συνήθως αισθάνεται το παιδί/εγγόνι

 

Το παιδί/εγγόνι βρίσκεται ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Συχνά νιώθει πως πρέπει να πάρει το μέρος κάποιου, αλλά μπλέκεται για το ποιός έχει δίκιο και ποιός όχι.  Επιπλέον, νιώθει ανασφάλεια επειδή καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν σαφή και σταθερά όρια και πως οι ενήλικες γύρω του λειτουργούν ανώριμα. Στο τέλος, καταλήγει να μην εμπιστεύεται και να μην σέβεται κανένα.

            Είναι πιθανό να αισθάνεται: «Με έχουν τρελάνει με τους καυγάδες τους. Αυτοί είναι περισσότερο παιδιά από μένα. ‘Ο,τι κι αν κάνω, κάποιος ενοχλείται – δεν ξέρω ποιά τι να κάνω, τι είναι σωστό, ποιός έχει δίκιο. Κανείς δε σκέφτεται εμένα – σκέφτονται μόνος πώς θα κάνουν το δικό τους. Είμαι μόνος και κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει.»

 

Τι θα μπορούσε να κάνει ο γονιός για να είναι καλύτερα τα πράγματα

 

Παρά τις δυσκολίες που η κατάσταση αυτή εννέχει, έχει και πολλά ωφέλη – και μάλιστα όχι μόνο οικονομικά. Είναι μια ευκαιρία για τους ενήλικους να επιλύσουν συναισθηματικές εκκρεμότητες από το παρελθόν και για τα παιδιά να εκπαιδευτούν στην αλληλοϋποστήριξη, στη δημιουργική διαφωνία, στην εξεύρεση λύσεων. Ο γονιός που στρέφεται στον παππού ή στη γιαγιά για βοήθεια έχει την ευθύνη να διαχειριστεί έτσι την κατάσταση ώστε όλοι να ωφεληθούν από αυτή. Να μερικά πράγματα που θα μπορούσε να κάνει:

 

  • Να δει θετικά την κατάσταση: «είναι καλό που έχω κάποιον να στηριχτώ. Είναι ευκαιρία να λύσω κάποια θέματα με τους γονείς μου ή να τα αποδεχτώ. Είναι ευκαιρία να διδάξω στο παιδί μου σημαντικά πράγματα, όπως ότι στην οικογένεια βοηθάμε ο ένας τον άλλο, ή ότι μπορεί να διαφωνούμε αλλά αγαπιόμαστε. Επίσης, είναι ευκαιρία να μάθει πώς ζούσαν και τι πίστευαν παλιότερες γενιές.»
  • Να λύσει ή έστω να αποδεχτεί δικά του απωθημένα με τους δικούς του γονείς.
  • Να λειτουργεί σαν ενήλικος: Πρέπει να δει τον εαυτό του ως ώριμο και υπεύθυνο ενήλικο που θα βρει λύσεις στα προβλήματα – έστω κι αν οι γονείς του του φέρονται σαν να είναι παιδί.
  • Να κάνει οικογενειακά συμβούλια με τους παππούδες για το παιδί/εγγόνι όπου θα συζητάνε τι είναι καλύτερο για το παιδί. Σε αυτά να τονίζει ότι αφού όλοι αγαπούν το παιδί, το ζήτημα δεν είναι να επιβληθεί ο ένας στον άλλο αλλά μαζί να βρίσκουν λύσεις που θα κάνουν καλό στο παιδί. Να λέει τα επιχειρήματά του αλλά να ακούει και τις απόψεις των παππούδων.
  • Να αποδεχτεί κάποιο βαθμό διαφωνιών και παρεκκλίσεων: προφανώς αποκλείεται να συμφωνήσουν σε όλα. Αν καταφέρουν να έχουν ένα κοινό πλαίσιο λειτουργίας, αυτό θα είναι μεγάλη επιτυχία, οπότε δεν πειράζει αν υπάρχουν μικρές παρεκκλίσεις από τα συμφωνημένα.
  • Να μην λέει ή υποννοεί κάτι αρνητικό που αφορά στο δικό του μεγάλωμα (πχ.«μην κάνεις στο παιδί τα λάθη που έκανες με μένα»). Αυτό απλώς θα κάνει τον παπού ή τη γιαγιά  να νιώσει άσχημα και θα αποκλείσει την πιθανότητα συνεννόησης.
  • Να τονίζει συχνά ότι εκτιμάει τη βοήθεια που παίρνει και ότι υπολογίζει τις απόψεις του παππού ή της γιαγιάς.
  • Να κάνει σαφές σε όλους (όχι με φωνές και καυγάδες αλλά με ήρεμη, σταθερή στάση) ότι την τελική ευθύνη για το παιδί την έχει εκείνος.
  • Να εξηγήσει στο παιδί γιατί επιμένει στους κανόνες ή το πρόγραμμα που βάζει, ακόμα κι αν η γιαγιά ή ο παππούς τα υποννομεύουν. ‘Οταν το παιδί κατανοήσει τους λόγους που το κάνει η μαμά και τους λόγους που αντιδρά αλλιώς η γιαγιά, τότε δεν θα βγάζει λάθος συμπεράσματα για την κατάσταση.
  • Να δείξει στο παιδί ότι υπάρχουν διαφορές και διαφωνίες, πράγμα απολύτως φυσιολογικό, αλλά ότι υπάρχει επίσης αγάπη και αλληλοϋποστήριξη.

 

Γενικά, η καλύτερη στάση πιθανότατα είναι κάτι σαν: «πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να μην ακυρώνουμε ο ένας τον άλλο. Πρέπει να σκεφτούμε μαζί τι είναι καλύτερο για το παιδί. Είναι προς το συμφέρον όλων να καταφέρουμε να ζήσουμε καλά όλοι μαζί.»