Αδέλφια: μια πολύπλοκη σχέση

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

Μια από τις πιο πολύπλοκες και φορτισμένες σχέσεις είναι ανάμεσα στα αδέλφια. ‘Οπως γνωρίζουν όσοι έχουν αδέλφια, η σχέση αυτή είναι γεμάτη αμφιθυμία και ένταση: μίσος και αγάπη, οργή και φόβο, ανταγωνισμό και συνεργασία. Τα αδέλφια, πριν καν μάθουν να αγαπούν το ένα το άλλο, μαθαίνουν (λόγω ανάγκης) ότι πρέπει να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο για ό,τι είναι σημαντικό: για την αγάπη και την προσοχή του περιβάλλοντος, για τον χώρο, για τα παιχνίδια, για το φαγητό – για τα πάντα.

            Η αδελφική σχεση έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που την καθιστούν πολύπλοκη και ιδιαίτερη:

-  ‘Ελλειψη επιλογής: Δεν επιλέγουμε αν θέλουμε να έχουμε αδέλφια, και δεν επιλέγουμε τα συγκεκριμένα αδέλφια

 - Εγγενής ανταγωνισμός: άσχετα από το πόση αφθονία σε υλικά ή ψυχολογικά αγαθά (πχ. προσοχή, χρόνος, παιχνίδια, κλπ) μπορεί να υπάρχει από την πλευρά των γονιών, κάθετι που παίρνει το ένα παιδί, δεν το παίρνει το άλλο (ή τα άλλα).

-  Διαρκείς συγκρίσεις: συχνά συγκρίσεις κάνει το  περιβάλλον, αλλά ακόμα κι αν δεν κάνει, διαμορφώνουμε ως παιδιά την εικόνα μας για τον εαυτό μας κάνοντας συγκρίσεις με τα αδέλφια μας.

- Καθρέφτισμα: τα αδέλφια μας αποτελούν έναν από τους πρώτους καθρέφτες της ζωής μας. Στα μάτια τους διαβάζουμε πράγματα για εμάς, για το ποιοί είμαστε, πώς δείχνουμε, κλπ.

- Συναισθηματική πίεση για καλή σχέση. Συνήθως οι γονείς ασκούν πίεση στα παιδιά τους για να «αγαπάνε» ο ένας τον άλλο και η πίεση αυτή χειροτερεύει τη σχέση.

            Αν οι γονείς είναι σε θέση να καλύψουν τις βασικές ανάγκες όλων των παιδιών τους χωρίς να μειώνουν ή να παραμελούν κανένα, τότε ο ανταγωνισμός αυτός ενδέχεται να περιοριστεί. Συχνά όμως αυτό δεν συμβαίνει. Πολλοί γονείς κάνουν εμφανείς διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά τους, ευνοώντας κάποιο και αδικώντας κάποιο άλλο – είτε επειδή νιώθουν πιο κοντά τους το ένα παιδί, είτε επειδή θεωρούν πως το παιδί αυτό έχει μεγαλύτερη ανάγκη, είτε γιατί πιστεύουν ότι το αξίζει περισσότερο, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. ‘Οταν συμβαίνει αυτό, ο εγγενής ανταγωνισμός και η ζήλια ανάμεσα στα αδέλφια μπορεί να πάρει τεράστιες διαστάσεις.

            Αυτό, ενίοτε, συμβαίνει ακόμα περισσότερο σε μια μονογονεϊκή οικογένεια όπου υπάρχει μόνο ένας γονιός οπότε οι δυνατότητες είναι πιο περιορισμένες και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα παιδιά ακόμα πιο σκληρός. Πολλοί γονείς, σε τέτοιες συνθήκες αισθάνονται πως πρέπει να γίνουν χίλια κομμάτια για να προλάβουν τις ανάγκες όλων. Από την άλλη μεριά, βέβαια, αν οι συνθήκες ζωής της μονογονεϊκής οικογένειας είναι δύσκολες, υπάρχει το ενδεχόμενο τα παιδιά να συσπειρωθούν για να τις αντιμετωπίσουν.

            Σε κάθε περίπτωση, το εκρηκτικό μείγμα συναισθημάτων που συνήθως βιώνουν τα αδέλφια μεταφέρεται και στην ενήλικη ζωή όπου συχνά επιδεινώνεται. Τα μικρά παιδιά μπορεί να τσακώνονται συχνά και να ζηλεύει το ένα το άλλό, έχουν όμως και όμορφες στιγμές που παίζουν μαζί, που υποστηρίζει το ένα το άλλο έναντι ενός τρίτου παιδιού, που ενώνονται μπροστά στην αυστηρότητα κάποιου γονιού. Οι καλές αυτές στιγμές φέρνουν πιο κοντά τα αδέλφια, μειώνοντας τον ανταγωνισμό και αυξάνοντας το δέσιμο. Καθώς όμως τα αδέλφια μεγαλώνουν, οι καλές αυτές στιγμές συχνά ελατώνονται. Τα ενήλικα αδέλφια, ειδικά αν ζουν μακρυά ή αν ακολουθούν άλλο τρόπο ζωής, δεν παίζουν πια μαζί, ούτε παλεύουν τον κοινό εχθρό στην αυλή του σχολείου. ‘Ετσι εκλείπουν τα στοιχεία που συνέδεαν τα αδέλφια παλιότερα. Και τι απομένει; Ο αρχέγονος ανταγωνισμός με τα συνοδά αρνητικά συναισθήματα: η ζήλια, η δυσάρεστη αίσθηση που απορρέει από τις μεταξύ τους συγκρίσεις, η οργή για τις αδικίες των γονιών.

            Για πολλούς ανθρώπους, μια συνάντηση με τον αδελφό ή την αδελφή τους λειτουργεί σαν υπενθύμιση όλων των παιδικών τραυμάτων που προσπαθούν να ξεχάσουν, όλων των αρνητικών στοιχείων τους που πτροσπαθούν να κρύψουν, όλων των οδυνηρών συναισθημάτων που αρνούνται ότι νιώθουν. Ας το παραδεχτούμε: οι επαφές ανάμεσα στα ενήλικα αδέλφια είναι δυστυχώς συχνά οδυνηρές και η συνεννόηση πολύ δύσκολη.

            Ωστόσο, είναι πολύ κρίμα που συμβαίνει αυτό, μια που οι δυσκολίες της ενήλικης ζωής θα αντιμετωπίζονταν πολύ καλύτερα με έναν αδελφό ή μια αδελφή σαν σύμμαχο. Μπορεί ενδεχομένως να είναι δύσκολο να κάνουν στενή παρέα δύο αδέλφια, αλλά ασφαλώς θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν μια λειτουργική σχέση μέσα από την οποία να στηρίζουν ο ένας τον άλλο στις δύσκολες στιγμές και να φροντίζουν μαζί τους γονείς τους καθώς γερνούν.

            Αν λοιπόν δυσκολευόμαστε στη σχέση με τα αδέλφια μας, ίσως αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να τη βελτιώσουμε. Πώς; Θα μπορούσαμε:  

 

-       Να αποδεχτούμε τις ιδιαιτερότητες της σχέσης και να μην έχουμε υπερβολικές προσδοκίες. Δεν χρειάζεται να είμαστε «τέλεια», αρκεί να μπορούμε κάπως να συνεννοηθούμε.

-       Να αποδεχτούμε και τα αρνητικά συναισθήματα που ενδεχομένως έχουμε: μπορούμε να νιώθουμε ταυτόχρονα και αγάπη και ζήλια.

-       Να αποφεύγουμε τις πολύ στενές επαφές εκτός αν έχουμε μια εξαιρετικά καλή επικοινωνία (όπως συγκατοίκηση, επαγγελματική συνεργασία, κλπ).

-       Να θυμίζουμε στον εαυτό μας πως δεν είμαστε πια παιδιά και πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας με τα μάτια το ενήλικου. Σημασία έχει πώς είμαστε σήμερα και όχι πώς είμασταν παλιά.

-       Να θυμόμαστε πως παλιά τα αδέλφια μας ήταν κι εκείνα παιδιά και επομένως δεν είχαν την ωριμότητα να λειτουργήσουν καλύτερα.

-       Να προσπαθήσουμε να αφήσουμε πίσω μας το παρελθόν και να εστιάσουμε στο παρόν.

-       Να σταματήσουμε τις συγκρίσεις μαζί τους – καθένας είναι διαφορετικός και αυτό είναι καλό.

-       Να θέτουμε σαφή όρια ξεκαθαρίζοντας μαζί τους μέχρι που αντέχουμε να φτάσουμε και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε.

-       Να προσπαθούμε να φτιάχνουμε γέφυγες: τι κοινό έχουμε, τι ευχάριστο μπορούμε να κάνουμε μαζί, σε τι μπορούμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο;

Αν υπάρχει θέληση και από τις δύο πλευρές, τότε θα καταφέρουμε να φτιάξουμε μια λειτουργική σχέση και αυτό θα είναι προς ώφελος όλων.