Η Λέσχη της Ευτυχίας - Συγκατοίκηση με τον παπού ή τη γιαγιά: η μεγάλη πρόκληση

Συγκατοίκηση με τον παπού ή τη γιαγιά: η μεγάλη πρόκληση

                                         Από τη Σοφία Ανδρεοπούλου

                               Ψυχολόγο – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

 

 

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν ανέκαθεν πηγή στήριξης για τους γονείς στην Ελλάδα, ακριβώς όπως και τα παιδιά ή τα εγγόνια συνήθως στηρίζουν τους ηλικιωμένους γονείς ή παπούδες. Η συχνά αναγκαστική αυτή αλληλεξάρτηση έχει πολλά ωφέλη για όλους αλλά προξενεί και πολλά προβλήματα. Οι καυγάδες και οι εντάσεις σε πολλά σπίτια είναι καθημερινό φαινόμενο, πράγμα αναμενόμενο αφού μιλάμε για διαφορετικές γενιές με άλλες νοοτροπίες και απωθημένα που πρέπει να συννενοηθούν και να συνεργαστούν. Συχνά, καθένας κατηγορεί ή υποννομεύει τον άλλο και όλοι γίνονται δυστυχισμένοι.

 

Πώς πιθανώς αισθάνεται ο πατέρας ή η μητέρα;

 

Ο ενήλικος που στρέφεται στους γονείς τους για βοήθεια συχνά αισθάνεται σαν να ξαναέγινε παιδί – και συχνά αντιδρά ως παιδί. Αισθάνεται κάπως έτσι: «’Αδικα έκανα τόση προσπάθεια τόσα χρόνια. Ξαναβρίσκομαι εκεί απ’ όπου ξεκίνησα και πάλι μου φέρεται σαν να είμαι παιδί. Με υποννομεύει και με μειώνει μπροστά στο παιδί μου και δεν μπορώ να πω κάτι για να μη γίνει χαμός. Επειδή τον/την χρειάζομαι, πρέπει να γίνεται πάντα το δικό του/της; Δε βλέπει πως έτσι κάνει κακό και σε μένα και στο παιδί;»

 

Πώς συχνά αισθάνεται ο παππούς ή η γιαγιά;

 

Από την άλλη μεριά, ο παππούς ή η γιαγιά που επιστρατεύεται για να βοηθήσει το παιδί και το εγγόνι, συχνά νιώθει πίεση και παράπονο γιατί θεωρεί πως υφίσταται άδικα διαρκή κριτική για τον τρόπο που φέρεται στο εγγόνι. Συνήθως αισθάνεται κάπως έτσι: «Τόσα χρόνια έκανα τα πάντα για εκείνην (ή εκείνον), τώρα πάλι βοηθάω όσο μπορώ κι αυτή είναι όλο νεύρα. Δεν είναι ποτέ ευχαριστημένη γιατί τάχα κακομαθαίνω το παιδί. Αν δεν της αρέσει, γιατί δεν τα κάνει μόνη της;»

 

Πώς συνήθως αισθάνεται το παιδί/εγγόνι

 

Το παιδί/εγγόνι βρίσκεται ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Συχνά νιώθει πως πρέπει να πάρει το μέρος κάποιου, αλλά μπλέκεται για το ποιός έχει δίκιο και ποιός όχι.  Επιπλέον, νιώθει ανασφάλεια επειδή καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν σαφή και σταθερά όρια και πως οι ενήλικες γύρω του λειτουργούν ανώριμα. Στο τέλος, καταλήγει να μην εμπιστεύεται και να μην σέβεται κανένα.

            Είναι πιθανό να αισθάνεται: «Με έχουν τρελάνει με τους καυγάδες τους. Αυτοί είναι περισσότερο παιδιά από μένα. ‘Ο,τι κι αν κάνω, κάποιος ενοχλείται – δεν ξέρω ποιά τι να κάνω, τι είναι σωστό, ποιός έχει δίκιο. Κανείς δε σκέφτεται εμένα – σκέφτονται μόνος πώς θα κάνουν το δικό τους. Είμαι μόνος και κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει.»

 

Τι θα μπορούσε να κάνει ο γονιός για να είναι καλύτερα τα πράγματα

 

Παρά τις δυσκολίες που η κατάσταση αυτή εννέχει, έχει και πολλά ωφέλη – και μάλιστα όχι μόνο οικονομικά. Είναι μια ευκαιρία για τους ενήλικους να επιλύσουν συναισθηματικές εκκρεμότητες από το παρελθόν και για τα παιδιά να εκπαιδευτούν στην αλληλοϋποστήριξη, στη δημιουργική διαφωνία, στην εξεύρεση λύσεων. Ο γονιός που στρέφεται στον παππού ή στη γιαγιά για βοήθεια έχει την ευθύνη να διαχειριστεί έτσι την κατάσταση ώστε όλοι να ωφεληθούν από αυτή. Να μερικά πράγματα που θα μπορούσε να κάνει:

 

  • Να δει θετικά την κατάσταση: «είναι καλό που έχω κάποιον να στηριχτώ. Είναι ευκαιρία να λύσω κάποια θέματα με τους γονείς μου ή να τα αποδεχτώ. Είναι ευκαιρία να διδάξω στο παιδί μου σημαντικά πράγματα, όπως ότι στην οικογένεια βοηθάμε ο ένας τον άλλο, ή ότι μπορεί να διαφωνούμε αλλά αγαπιόμαστε. Επίσης, είναι ευκαιρία να μάθει πώς ζούσαν και τι πίστευαν παλιότερες γενιές.»
  • Να λύσει ή έστω να αποδεχτεί δικά του απωθημένα με τους δικούς του γονείς.
  • Να λειτουργεί σαν ενήλικος: Πρέπει να δει τον εαυτό του ως ώριμο και υπεύθυνο ενήλικο που θα βρει λύσεις στα προβλήματα – έστω κι αν οι γονείς του του φέρονται σαν να είναι παιδί.
  • Να κάνει οικογενειακά συμβούλια με τους παππούδες για το παιδί/εγγόνι όπου θα συζητάνε τι είναι καλύτερο για το παιδί. Σε αυτά να τονίζει ότι αφού όλοι αγαπούν το παιδί, το ζήτημα δεν είναι να επιβληθεί ο ένας στον άλλο αλλά μαζί να βρίσκουν λύσεις που θα κάνουν καλό στο παιδί. Να λέει τα επιχειρήματά του αλλά να ακούει και τις απόψεις των παππούδων.
  • Να αποδεχτεί κάποιο βαθμό διαφωνιών και παρεκκλίσεων: προφανώς αποκλείεται να συμφωνήσουν σε όλα. Αν καταφέρουν να έχουν ένα κοινό πλαίσιο λειτουργίας, αυτό θα είναι μεγάλη επιτυχία, οπότε δεν πειράζει αν υπάρχουν μικρές παρεκκλίσεις από τα συμφωνημένα.
  • Να μην λέει ή υποννοεί κάτι αρνητικό που αφορά στο δικό του μεγάλωμα (πχ.«μην κάνεις στο παιδί τα λάθη που έκανες με μένα»). Αυτό απλώς θα κάνει τον παπού ή τη γιαγιά  να νιώσει άσχημα και θα αποκλείσει την πιθανότητα συνεννόησης.
  • Να τονίζει συχνά ότι εκτιμάει τη βοήθεια που παίρνει και ότι υπολογίζει τις απόψεις του παππού ή της γιαγιάς.
  • Να κάνει σαφές σε όλους (όχι με φωνές και καυγάδες αλλά με ήρεμη, σταθερή στάση) ότι την τελική ευθύνη για το παιδί την έχει εκείνος.
  • Να εξηγήσει στο παιδί γιατί επιμένει στους κανόνες ή το πρόγραμμα που βάζει, ακόμα κι αν η γιαγιά ή ο παππούς τα υποννομεύουν. ‘Οταν το παιδί κατανοήσει τους λόγους που το κάνει η μαμά και τους λόγους που αντιδρά αλλιώς η γιαγιά, τότε δεν θα βγάζει λάθος συμπεράσματα για την κατάσταση.
  • Να δείξει στο παιδί ότι υπάρχουν διαφορές και διαφωνίες, πράγμα απολύτως φυσιολογικό, αλλά ότι υπάρχει επίσης αγάπη και αλληλοϋποστήριξη.

 

Γενικά, η καλύτερη στάση πιθανότατα είναι κάτι σαν: «πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να μην ακυρώνουμε ο ένας τον άλλο. Πρέπει να σκεφτούμε μαζί τι είναι καλύτερο για το παιδί. Είναι προς το συμφέρον όλων να καταφέρουμε να ζήσουμε καλά όλοι μαζί.»