Αδέλφια: μια πολύπλοκη σχέση

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

Μια από τις πιο πολύπλοκες και φορτισμένες σχέσεις είναι ανάμεσα στα αδέλφια. ‘Οπως γνωρίζουν όσοι έχουν αδέλφια, η σχέση αυτή είναι γεμάτη αμφιθυμία και ένταση: μίσος και αγάπη, οργή και φόβο, ανταγωνισμό και συνεργασία. Τα αδέλφια, πριν καν μάθουν να αγαπούν το ένα το άλλο, μαθαίνουν (λόγω ανάγκης) ότι πρέπει να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο για ό,τι είναι σημαντικό: για την αγάπη και την προσοχή του περιβάλλοντος, για τον χώρο, για τα παιχνίδια, για το φαγητό – για τα πάντα.

            Η αδελφική σχεση έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που την καθιστούν πολύπλοκη και ιδιαίτερη:

-  ‘Ελλειψη επιλογής: Δεν επιλέγουμε αν θέλουμε να έχουμε αδέλφια, και δεν επιλέγουμε τα συγκεκριμένα αδέλφια

 - Εγγενής ανταγωνισμός: άσχετα από το πόση αφθονία σε υλικά ή ψυχολογικά αγαθά (πχ. προσοχή, χρόνος, παιχνίδια, κλπ) μπορεί να υπάρχει από την πλευρά των γονιών, κάθετι που παίρνει το ένα παιδί, δεν το παίρνει το άλλο (ή τα άλλα).

-  Διαρκείς συγκρίσεις: συχνά συγκρίσεις κάνει το  περιβάλλον, αλλά ακόμα κι αν δεν κάνει, διαμορφώνουμε ως παιδιά την εικόνα μας για τον εαυτό μας κάνοντας συγκρίσεις με τα αδέλφια μας.

- Καθρέφτισμα: τα αδέλφια μας αποτελούν έναν από τους πρώτους καθρέφτες της ζωής μας. Στα μάτια τους διαβάζουμε πράγματα για εμάς, για το ποιοί είμαστε, πώς δείχνουμε, κλπ.

- Συναισθηματική πίεση για καλή σχέση. Συνήθως οι γονείς ασκούν πίεση στα παιδιά τους για να «αγαπάνε» ο ένας τον άλλο και η πίεση αυτή χειροτερεύει τη σχέση.

            Αν οι γονείς είναι σε θέση να καλύψουν τις βασικές ανάγκες όλων των παιδιών τους χωρίς να μειώνουν ή να παραμελούν κανένα, τότε ο ανταγωνισμός αυτός ενδέχεται να περιοριστεί. Συχνά όμως αυτό δεν συμβαίνει. Πολλοί γονείς κάνουν εμφανείς διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά τους, ευνοώντας κάποιο και αδικώντας κάποιο άλλο – είτε επειδή νιώθουν πιο κοντά τους το ένα παιδί, είτε επειδή θεωρούν πως το παιδί αυτό έχει μεγαλύτερη ανάγκη, είτε γιατί πιστεύουν ότι το αξίζει περισσότερο, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. ‘Οταν συμβαίνει αυτό, ο εγγενής ανταγωνισμός και η ζήλια ανάμεσα στα αδέλφια μπορεί να πάρει τεράστιες διαστάσεις.

            Αυτό, ενίοτε, συμβαίνει ακόμα περισσότερο σε μια μονογονεϊκή οικογένεια όπου υπάρχει μόνο ένας γονιός οπότε οι δυνατότητες είναι πιο περιορισμένες και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα παιδιά ακόμα πιο σκληρός. Πολλοί γονείς, σε τέτοιες συνθήκες αισθάνονται πως πρέπει να γίνουν χίλια κομμάτια για να προλάβουν τις ανάγκες όλων. Από την άλλη μεριά, βέβαια, αν οι συνθήκες ζωής της μονογονεϊκής οικογένειας είναι δύσκολες, υπάρχει το ενδεχόμενο τα παιδιά να συσπειρωθούν για να τις αντιμετωπίσουν.

            Σε κάθε περίπτωση, το εκρηκτικό μείγμα συναισθημάτων που συνήθως βιώνουν τα αδέλφια μεταφέρεται και στην ενήλικη ζωή όπου συχνά επιδεινώνεται. Τα μικρά παιδιά μπορεί να τσακώνονται συχνά και να ζηλεύει το ένα το άλλό, έχουν όμως και όμορφες στιγμές που παίζουν μαζί, που υποστηρίζει το ένα το άλλο έναντι ενός τρίτου παιδιού, που ενώνονται μπροστά στην αυστηρότητα κάποιου γονιού. Οι καλές αυτές στιγμές φέρνουν πιο κοντά τα αδέλφια, μειώνοντας τον ανταγωνισμό και αυξάνοντας το δέσιμο. Καθώς όμως τα αδέλφια μεγαλώνουν, οι καλές αυτές στιγμές συχνά ελατώνονται. Τα ενήλικα αδέλφια, ειδικά αν ζουν μακρυά ή αν ακολουθούν άλλο τρόπο ζωής, δεν παίζουν πια μαζί, ούτε παλεύουν τον κοινό εχθρό στην αυλή του σχολείου. ‘Ετσι εκλείπουν τα στοιχεία που συνέδεαν τα αδέλφια παλιότερα. Και τι απομένει; Ο αρχέγονος ανταγωνισμός με τα συνοδά αρνητικά συναισθήματα: η ζήλια, η δυσάρεστη αίσθηση που απορρέει από τις μεταξύ τους συγκρίσεις, η οργή για τις αδικίες των γονιών.

            Για πολλούς ανθρώπους, μια συνάντηση με τον αδελφό ή την αδελφή τους λειτουργεί σαν υπενθύμιση όλων των παιδικών τραυμάτων που προσπαθούν να ξεχάσουν, όλων των αρνητικών στοιχείων τους που πτροσπαθούν να κρύψουν, όλων των οδυνηρών συναισθημάτων που αρνούνται ότι νιώθουν. Ας το παραδεχτούμε: οι επαφές ανάμεσα στα ενήλικα αδέλφια είναι δυστυχώς συχνά οδυνηρές και η συνεννόηση πολύ δύσκολη.

            Ωστόσο, είναι πολύ κρίμα που συμβαίνει αυτό, μια που οι δυσκολίες της ενήλικης ζωής θα αντιμετωπίζονταν πολύ καλύτερα με έναν αδελφό ή μια αδελφή σαν σύμμαχο. Μπορεί ενδεχομένως να είναι δύσκολο να κάνουν στενή παρέα δύο αδέλφια, αλλά ασφαλώς θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν μια λειτουργική σχέση μέσα από την οποία να στηρίζουν ο ένας τον άλλο στις δύσκολες στιγμές και να φροντίζουν μαζί τους γονείς τους καθώς γερνούν.

            Αν λοιπόν δυσκολευόμαστε στη σχέση με τα αδέλφια μας, ίσως αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να τη βελτιώσουμε. Πώς; Θα μπορούσαμε:  

 

-       Να αποδεχτούμε τις ιδιαιτερότητες της σχέσης και να μην έχουμε υπερβολικές προσδοκίες. Δεν χρειάζεται να είμαστε «τέλεια», αρκεί να μπορούμε κάπως να συνεννοηθούμε.

-       Να αποδεχτούμε και τα αρνητικά συναισθήματα που ενδεχομένως έχουμε: μπορούμε να νιώθουμε ταυτόχρονα και αγάπη και ζήλια.

-       Να αποφεύγουμε τις πολύ στενές επαφές εκτός αν έχουμε μια εξαιρετικά καλή επικοινωνία (όπως συγκατοίκηση, επαγγελματική συνεργασία, κλπ).

-       Να θυμίζουμε στον εαυτό μας πως δεν είμαστε πια παιδιά και πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας με τα μάτια το ενήλικου. Σημασία έχει πώς είμαστε σήμερα και όχι πώς είμασταν παλιά.

-       Να θυμόμαστε πως παλιά τα αδέλφια μας ήταν κι εκείνα παιδιά και επομένως δεν είχαν την ωριμότητα να λειτουργήσουν καλύτερα.

-       Να προσπαθήσουμε να αφήσουμε πίσω μας το παρελθόν και να εστιάσουμε στο παρόν.

-       Να σταματήσουμε τις συγκρίσεις μαζί τους – καθένας είναι διαφορετικός και αυτό είναι καλό.

-       Να θέτουμε σαφή όρια ξεκαθαρίζοντας μαζί τους μέχρι που αντέχουμε να φτάσουμε και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε.

-       Να προσπαθούμε να φτιάχνουμε γέφυγες: τι κοινό έχουμε, τι ευχάριστο μπορούμε να κάνουμε μαζί, σε τι μπορούμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο;

Αν υπάρχει θέληση και από τις δύο πλευρές, τότε θα καταφέρουμε να φτιάξουμε μια λειτουργική σχέση και αυτό θα είναι προς ώφελος όλων.

Οι βαθμοί και η σημασία τους

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

«Τι βαθμό πήρες;» η μόνιμη ερώτηση στα χείλια των περισσότερων γονιών μόλις βλέπουν το παιδί τους μετά το σχολείο. Οι βαθμοί φαίνεται πως είναι εξαιρετικά σημαντικοί για τους γονείς σήμερα. Μάλιστα έχω ακούσει γονείς να αντιμετωπίζουν τους βαθμούς σαν μια υποχρέωση των παιδιών τους, ανάλογη με την υποχρέωση που έχουν εκείνοι να τα συντηρούν. «Εγώ φέρνω λεφτά στο σπίτι κι εσύ οφείλεις να παίρνεις καλούς βαθμούς», φαίνεται πως είναι το σκεπτικό πολλιών γονιών.

            Βέβαια, η πρόοδος στο σχολείο και ένα πτυχίο ανώτατης σχολής ανέκαθεν εθεωρούντο –και μέχρι κάποια στιγμή πραγματικά ήταν- μέσα κοινωνικής ανόδου. Για δεκαετίες οι γονείς έκαναν αιματηρές οικονομίες για να μπορέσουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους με την πεποίθηση πως αυτό θα τα βοηθούσε να «αποκατασταθούν» στη ζωή τους. Απομεινάρι της νοοτροπίας αυτής είναι και η εμμονή που έχουν πολλοί σύγχρονοι γονείς με τους βαθμούς.

            Και μιλάμε για πραγματική εμμονή. Οι περισσότεροι γονείς είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν πολλά χρήματα, να αφιερώσουν πολύ χρόνο και να βιώσουν πολλούς καυγάδες προκειμενου τα παιδιά τους να παίρνουν καλούς βαθμούς στο σχολείο. Απειλές, τιμωρίες, φωνές, βρισιές, συναισθηματικοί εκβιασμοί δίνουν και παίρνουν σε πολλά σπίτια στο κυνήγι του καλού βαθμού.

            Τόσο μεγάλη είναι η ενασχόληση πολλών γονιών με τους βαθμούς, που ένα από τα πιο συνηθισμένα παράπονα των παιδιών είναι ότι οι γονείς τους ενδιαφέρονται μόνο για τους βαθμούς που παίρνουν. «Το μόνο που τους νοιάζει είναι τι βαθμό θα πάρω,» μου έλεγε πρόσφατα μια κοπελίτσα 13 χρονών. «Δεν δίνουν δεκάρα πώς είμαι, αν κουράζομαι, αν στενοχωριέμαι...τίποτα.»

            Για τον γονιό φαίνεται πως ο καλός βαθμός σημαίνει πολλά: πως εκείνος τα καταφέρνει καλά ως γονιός, πως το παιδί του είναι επιτυχημένο ως παιδί, πως θα μπορέσει να σπουδάσει και να προχωρήσει καλά στη ζωή του.

            ‘Ομως, τι πραγματικά δείχνουν για το παιδί μας οι βαθμοί; Ας ξεκινήσουμε πρώτα με αυτό που δεν δείχνουν οι καλοί βαθμοί.

 

Οι καλοί βαθμοί δεν δείχνουν:

-       ότι το παιδί είναι έξυπνο. Υπάρχουν μέτριας νοημοσύνης παιδιά που παίρνουν καλούς βαθμούς επειδή προσπαθούν πολύ και υψηλής νοημοσύνης παιδιά που παίρνουν κακούς.

-       ότι το παιδί προσπαθεί πολύ. Υπάρχουν παιδιά που παίρνουν εύκολα καλούς βαθμούς και άλλα που ενώ πραγματικά προσπαθούν, δεν καταφέρνουν να τους πάρουν.

-       ότι το παιδί έχει καλό χαρακτήρα. Υπάρχουν άριστοι μαθητές με πολύ προβληματικό χαρακτήρα και το αντίστροφο.

-       ότι το παιδί θα γίνει επιτυχημένο στο μέλλον. Αντίθετα, συχνά κακοί μαθητές γίνονται επιτυχημένοι επαγγελματίες και το αντίστροφο.

 

Στην πραγματικότητα, οι καλοί βαθμοί δείχνουν ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:

-       Ότι το παιδί διαβάζει πολύ.

-       ‘Οτι το παιδί συγκεντρώνεται κι έτσι το διάβασμά του αποδίδει.

-       Ότι το παιδί έχει καλή μνήμη

-       Ότι το παιδί έχει καταφέρει να κερδίσει την συμπάθεια των καθηγητών

 

Ας εξετάσουμε όμως τώρα τις αρνητικές και τις θετικές επιδράσεις που έχουν οι καλοί βαθμοί στο παιδί.

 

Τι κακό κάνουν οι καλοί βαθμοί στο παιδί;

-       Του δημιουργούν άγχος: ένας καλός μαθητής αγχώνεται διαρκώς για να διατηρήσει ή να βελτιώσει κι άλλο τους βαθμούς του.

-       Του στερούν κάποια ανεμελιά: αντί να παίζει ή να χαζεύει, πρέπει να ασχολείται με τα μαθήματά του.

-       Ενίοτε, το απομονώνουν από συμμαθητές που το θεωρούν «φυτό».

 

Από την άλλη μεριά, τι καλό προσφέρουν οι καλοί βαθμοί στο παιδί; Του προσφέρουν:

-       μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Νιώθει πως ως μαθητής τα καταφέρνει καλά και αυτό βοηθάει την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή του.

-       Περισσότερες γνώσεις. Μαθαίνει περισσότερα πράγματα και αυτό διευρύνει την αντίληψή του για τον κόσμο.

-       Περισσότερες δυνατότητες ως προς τις σπουδές: έχει τη δυνατότητα να επιλέξει να σπουδάσει και να επιλέξει τη σχολή που θέλει.

 

            Αν αναλύσουμε έτσι τους βαθμούς και τι σημαίνουν για τη ζωή του παιδιού, θα συνειδητοποιήσουμε ότι ασφαλώς παίζουν σημαντικό ρόλο αλλά ίσως όχι αυτόν που εμείς νομίζουμε. Το άριστα δε σημαίνει πως εμείς είμαστε εκπληκτικοί γονείς και το παιδί μας το τέλειο παιδί – ακριβώς όπως ο κακός βαθμός δε σημαίνει ότι είμαστε αισχροί γονείς και το παιδί μας ένα κακό παιδί.

            Ασφαλώς, αξίζει τον κόπο ένας γονιός να ωθεί το παιδί του να παίρνει καλούς βαθμούς επειδή αυτοί δείχνουν ότι αποκτά πνευματικά εφόδια και του ανοίγουν περισσότερες επιλογές για το μέλλον του. ‘Ομως δεν αξίζει τον κόπο ο γονιός να έχει τέτοια εμμονή με τους βαθμούς ώστε να καταστρέφεται η σχέση γονιών και παιδιών, η οικογένειακή ζωή και η υγεία όλων.

            Ως γονείς, λοιπόν, ίσως θα έπρεπε να επιδιώκουμε να εμπνεύσουμε τα παιδιά μας να είναι καλοί μαθητές και όχι να τους το επιβάλλουμε με φωνές, τιμωρίες ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Οι καυγάδες και οι απειλές καταστρέφουν τη ζωή όλων μας και ταυτόχρονα κάνουν το παιδί να μισήσει το διάβασμα. ‘Ισως με την διαρκή πίεση πετύχουμε να αναγκάσουμε το παιδί μας να παίρνει καλούς βαθμούς (πιθανώς από φόβο), αλλά κατά βάθος θα έχουμε καταστρέψει τη σχέση μας μαζί του και θα του έχουμε προξενήσει μίσος για τα βιβλία και τη γνώση. Η πίεση μπορεί να αναγκάσει ένα μαθητή να πάρει άριστα αλλά δεν μπορεί να τον αναγκάσει να αγαπάει το διάβασμα. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά άριστοι μαθητές διαβάζουν ελάχιστα εξωσχολικά βιβλία και καίνε με μεγάλη ευχαρίστηση τα σχολικά βιβλία στο τέλος της χρονιάς.

            Πιο σημαντικό για το μέλλον του παιδιού από το άριστα είναι να μάθει να προσπαθεί, να έχει φιλομάθεια και να θέλει να προοδεύει. Και αυτό δεν το πετυχαίνουμε με τις φωνές αλλά με τη δημιουργία κινήτρου. Αντί να απειλούμε, να εκπαιδεύουμε. Αντί να απορρίπτουμε να ενθαρρύνουμε. Αντί να καταπιέζουμε, να εμπνέουμε. Αν θέλετε να εξασφαλίσετε ένα καλό μέλλον για το παιδί σας, ξεχάστε για λίγο τους βαθμούς και δοκιμάστε τα παρακάτω:

 

-       Καλλιεργήστε τη φιλομάθεια (είναι ωραίο να μαθαίνεις καινούρια πράγματα. Η γνώση είναι δύναμη).

-       Εξηγήστε την αξία της παιδείας (το σχολείο και το Πανεπιστήμιο σε εκπαιδεύουν για να μπορείς να φτιάξεις μια πιο ενδιαφέρουσα και ολοκληρωμένη ζωή).

-       Διακρίνετε την προσπάθεια από το αποτέλεσμα (μετράει η προσπάθεια ακόμα κι αν ο βαθμός είναι κακός).

-       Διδάξτε του να αξιοποιεί την αποτυχία (γίνεσαι πιο δυνατός, μαθαίνεις από τα λάθη σου).

-       Ενθαρρύνετε (όταν δυσκολεύεται, δώστε του κουράγιο).

-       Επιβραβεύστε (όταν πηγαίνει καλά, πείτε μπράβο).

Σχολικός εκφοβισμός: μήπως φταίω εγώ που το παιδί μου είναι θύμα;

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

«Ο Γιώργος έρχεται με μελανιές από το σχολείο....Δύο παιδιά από το άλλο τμήμα τον τρομοκρατούν...Φοβάται...Δεν ξέρω τι να κάνω...Εγώ φταίω που του έλεγα να μην χτυπάει και τον έκανα πολύ αδύναμο...»

            Πόσες φορές έχω ακούσει τέτοια λόγια από το στόμα μιας αγχωμένης μαμάς που αισθάνεται ατελείωτες ενοχές. Ενοχές γιατί δεν έμαθε τον Γιωργάκη να προστατεύει τον εαυτό του, γιατί δεν τον έκανε πιο βίαιο, γιατί δεν τον βοήθησε να κάνει φίλους, ενοχές για όλα.

            Φτάνουν πια οι ενοχές! Δεν φταίτε εσείς για τα πάντα. Είναι τελείως παράλογο να νιώθετε άσχημα γιατί δεν κάνατε το παιδί σας πιο βίαιο. Ως γονείς, εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας για να ζήσουν σε μια κοινωνία που υποτίθεται πως είναι πολιτισμένη. Ασφαλώς πρέπει να διδάξουμε στο παιδί μας να χρησιμοποιεί τον λόγο για να λύσει τα θέματά του και όχι την βια. Και αν το έχουμε καταφέρει αυτό, αν το παιδί μας σέβεται τους άλλους και τους φέρεται καλά, τότε μπράβο και σ΄εκείνο και σ΄εμάς. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι πρέπει να μετανιώσουμε γι΄αυτό μόνο και μόνο επειδή κάποιος άλλος γονιός δεν έχει διδάξει το ίδιο στο δικό του παιδί. Το γεγονός ότι ένα άλλο παιδί είναι βίαιο, δεν σημαίνει πως θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς το δικό μας βίαιο.

            Εξίσου παράλογο είναι να αναζητάμε στο παιδί μας τα χαρακτηριστικά που το έβαλαν στη θέση του θύματος. ‘Οσο κι αν το παιδί σας είναι ντροπαλό ή κλειστό ή οτιδήποτε άλλο, αυτό δεν δικαιολογεί ούτε νομιμοποιεί καμία βίαιη συμπεριφορά εναντίον του. ‘Οταν αρχίζουμε να ψάχνουμε ποιό χαρακτηριστικό του παιδιού μας ενισχύει την επιθετική συμπεριφορά του άλλου πιαδιού, είναι σαν να λέμε πως «φταίει» το θύμα και όχι ο θύτης. Βέβαια, στην ουσία δεν «φταίει» ούτε και ο θύτης, μια που και εκείνος είναι ένα μπερδεμένο παιδί.

            Η επιθετικότητα και η βία είναι έμφυτες τάσεις του ανθρώπου που δυστυχώς  ενισχύονται από την κοινωνία μας συστηματικά. Τα σημερινά παιδιά «διδάσκονται» την απόρριψη ή την βία από τις τανίες που βλέπουν, από τα παιχνίδια που παίζουν, από την κακή συμπεριφορά γονιών που φωνάζουν και χτυπούν, ακόμα και από την απορριπτική στάση κάποιων εκπαιδευτικών που τα προσβάλουν και τα τιμωρούν συχνά άδικα. Και παρόλο που πολλά παιδιά υφίστανται τέτοιες συμπεριφορές, έχουμε ως κοινωνία την απαίτηση να καταφέρουν μόνα τους να συγκρατηθούν για να μην τις αναπαράγουν. Φυσικά, τα παιδιά δεν διαθέτουν τέτοιον αυτοέλεγχο και γι΄αυτό βλέπουμε τόσο συχνά παιδιά να φέρονται άσχημα σε άλλα παιδιά.

            ‘Οταν λοιπόν στο περιβάλλον του Γιωργάκη υπάρχει ο Γιαννάκης  που έχει «διδαχθεί» να λειτουργεί βίαια, δεν είναι καθόλου παράξενο ότι ο Γιωργάκης μπορεί να γίνει το θύμα του. Φυσικά, την ευθύνη για την κατάσταση αυτή δεν την έχει ο Γιωργάκης (ή οι γονείς του), αλλά ο Γιαννάκης (και οι γονείς του): ο Γιαννάκης είναι που φέρεται άσχημα και ο Γιαννάκης είναι που πρέπει να μάθει να λειτουργεί καλύτερα.

             Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε εμείς είναι να βοηθήσουμε το Γιωργάκη να διαχειριστεί όσο το δυνατόν καλύτερα την κατάσταση. Και η καλή διαχείριση έχει δύο κομμάτια: α) να μην αφήσει τη συμπεριφορά του άλλου παιδιού να επηρεάσει την εικόνα του για τον εαυτό του β) να βρει τρόπο να προστατεύσει τον εαυτό του.

            Αν, λοιπόν, το παιδί σας υφίσταται κάποιου είδους απειλή ή εκφοβισμό, καλό θα ήταν να κάνετε μερικά από τα παρακάτω:

 

-       Ακούστε το: ακούσετε το παιδί χωρίς υποτιμητικά σχόλια και υπερβολές. Βοηθήστε το να περιγράψει την κατάσταση και να εκφράσει τα συναισθήματα του. Διαβεβαιώστε το ότι είστε μαζί του και θέλετε να κατανοήσετε τι συνέβη για να το βοηθήσετε να διαχειριστεί την κατάσταση με τον καλύτερο τρόπο.

-       Πείστε το ότι δεν φταίει: Τα περισσότερα παιδιά που έχουν βιώσει εκφοβισμό εκτός από φόβο αισθάνονται και ντροπή γιατί έχουν την αίσθηση πως τα ίδια κάτι δεν έκαναν καλά, πως φάνηκαν πολύ αδύναμα, πως οι συμμαθητές θα τα κοιτάζουν υποτιμητικά. Χρειάζεται λοιπόν να βοηθήσετε το παιδί σας να καταλάβει ότι δεν φταίει εκείνο, ότι το άλλο παιδί έχει μάθει να αντιδρά με βια ή να κοροϊδεύει και θα το κάνει έτσι κι αλλιώς όποτε βρίσκει ευκαιρία.

-       Αναλύστε μαζί του τα πιθανά αίτια της βίαιης συμπεριφοράς. Αν βοηθήσετε το παιδί σας να κατανοήσει τα κίνητρα και τα συναισθήματα του παιδιού που το εκφοβίζει, θα πάψει να βλέπει τον συμμαθητή του σαν σαν «τέρας», θα νιώσει πιο ισότιμο μαζί του, και θα μπορέσει να τον διαχειριστεί καλύτερα. Αναζητήστε λοιπόν μαζί του τα αίτια της βιας: ίσως το άλλο παιδί να θέλει να τραβήξει την προσοχή, ίσως έτσι έχει μάθει, ίσως έχει πολύ θυμό, κλπ. Βοηθήστε το παιδί σας να φανταστεί τι μπορεί να αισθάνεται το παιδί που το εκφοβίζει: ίσως νιώθει μόνο και δυστυχισμένο, ίσως κι εκείνο φοβάται αλλά κρύβει το φόβο του πίσω από τη μάσκα του σκληρού, κλπ.

-       Βοηθήστε το να βγει από ρόλο «θύματος». Τονίστε στο παιδί σας ότι έχει τουλάχιστον την ίδια δύναμη που έχει και το παιδί που το εκφοβίζει( αν όχι σωματική, πάντως πνευματική και κοινωνική δύναμη), και έχει επίσης εσάς με το μέρος του (ενώ πιθανότατα το παιδί που το εκφοβίζει δεν έχει κανέναν πραγματικά με το μέρος του). Πρέπει λοιπόν να βλέπει τον εαυτό του σαν ένα άτομο που μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του – και όχι σαν κάποιο ανήμπορο θύμα.

-       Δείξτε του πως είναι ευκαιρία για εκπαίδευση: Βοηθήστε το παιδί σας να καταλάβει ότι εφόσον στη ζωή υπάρχουν πάντα κάποιοι άνθρωποι που φέρονται άσχημα, τώρα είναι ευκαιρία να μάθει πως να προστατεύει τον εαυτό του. Ας δει την κατάσταση που βιώνει σαν μια προπόνηση για το μέλλον και ας πάρει τα πράγματα στα χέρια του.

-       Αναζητήστε μαζί του λύσεις: προσπαθήστε μαζί να βρείτε τρόπους να βελτιωθεί η κατάσταση (πχ. να μαζέψει κι άλλα παιδιά και μαζί να μιλήσουν στο παιδί που εκφοβίζει, να μιλήσετε εσείς στην μητέρα του παιδιού, να μιλήσετε στη διευθύντρια, κλπ).

 

Μην ξεχνάτε – σημασία δεν έχει τι σου έχει κάνει η ζωή, αλλά τι κάνεις εσύ με αυτό που σου έχει κάνει.

Η μοναξιά των γιορτών: μήπως τελικά είναι επιλογή;

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

Οι γιορτές πλησιάζουν και πολλοί άνθρωποι δεν χαίρονται καθόλου. Από τη μια οι τεράστιες οικονομικές πιέσεις, και από την άλλη οι δυσκολίες στις σχέσεις έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια τα Χριστούγεννα μια περίοδο που πολλοί θα προτιμούσαν να αποφύγουν.

            «Θα ήθελα να κοιμηθώ γύρω στις 20 Δεκεμβρίου και να ξυπνήσω στις 10 Ιανουαρίου» μου έλεγε πρόσφατα μια χωρισμένη θεραπευόμενή μου με ενήλικα παιδιά που ζουν στην Αμερική.

            «Γιατί;» τη ρώτησα.

            «Γιατί στις γιορτές η μοναξιά μου γίνεται πιο μεγάλη,» μου εξήγησε.

            Τι είναι όμως αυτή η μοναξιά που τόσο κόσμο κάνει να υποφέρει; Για μένα ο τέλειος τρόπος για να περιγράψω τη μοναξιά είναι η διαφήμιση ενός Γερμανικού σουπερμάρκετ που είδα πρόσφατα. Σ΄αυτή, πρωταγωνιστεί ένας παππούς που ζει μόνος του σε ένα όμορφο, στολισμένο σπίτι. Καθώς οι γιορτές πλησιάζουν, τα παιδιά του τον ενημερώνουν ότι δεν θα μπορέσουν να περάσουν μαζί του τις γιορτές κι εκείνος δείχνει πολύ απογοητευμένος. ‘Ετσι σκαρφίζεται ένα τρόπο για να έρθουν κοντά του με το ζόρι – τους στέλνει ειδοποίηση ότι πέθανε. ‘Ολοι μαζεύονται για την κηδεία του  και ξαφνικά, εμφανίζεται μπροστά τους ολοζώντανος και τους λέει «πώς αλλιώς θα σας έφερνα;»

            Ο παππούς αυτός υποφέρει από διπλη μοναξιά: αφενός, είναι κυριολεκτικά μόνος σε ένα άδειο σπίτι. Αφετέρου, με τα παιδιά του είναι τόσο μακρυά συναισθηματικά ώστε δεν έχουν καν την ανάγκη να είναι μαζί του και αναγκάζεται να τους φέρει κοντά με ένα κόλπο. Αυτή, για μένα, είναι η απόλυτη μοναξιά.

            Μοναξιά μπορεί να νιώθει κανείς επειδή δεν έχει ανθρώπους για να κάνει πράγματα μαζί τους. Μοναξιά μπορεί επίσης να βιώνει κάποιος που ενώ βρίσκεται με άλλους  ανθρώπους, δεν επικοινωνεί μαζί τους και δεν αισθάνεται καλά δίπλα τους. Μόνος είναι εκείνος που κάθεται στον καναπέ ενός άδειου σπιτιού. Μονος είναι όμως και εκείνος που κάθεται σε ένα τραπέζι γεμάτο ανθρώπους με τους οποίους δεν μπορεί να συνεννοηθεί και δίπλα στους οποίους νιώθει άσχημα.

            ‘Οταν λοιπόν μιλάμε για την περίφημη μοναξιά των γιορτών, αναφερόμαστε σε τουλάχιστον δύο διαφορετικές καταστάσεις. Είτε σε άτομα που δεν έχουν συγγενείς ή φίλους κοντά τους και επομένως περνάνε τις γιορτές μόνοι τους. Είτε σε άτομα που ενώ έχουν κάποιους κοντά τους, δεν νιώθουν καλά μαζί τους και άρα αισθάνονται μόνοι.

            Ασφαλώς η μοναξιά, είτε στη μια της έκφανση είτε στην άλλη, είναι μια βαρειά και δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση - και γίνεται ακόμα βαρύτερη τις ημέρες των γιορτών για τις οποίες μας έχουν καλλιεργηθεί τόσο υπερβολικές προσδοκίες.           Ωστόσο, η μοναξιά δεν είναι μια αρρώστια που από κάπου κολλήσαμε. Είναι απόρροια όλης της νοοτροπίας και του τρόπου ζωής μας. Σε κάποιο βαθμό, η μοναξιά είναι επιλογή. Μπορούμε να επιλέξουμε να ζούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υποφέρουμε από μοναξιά.

            Ακόμα και ο γερούλης της διαφήμισης που ανέφερα πιο πάνω θα μπορούσε να μην είναι μόνος και να μη χρειάζεται να κάνει κόλπα για να φέρει κοντά του τους δικούς του. Θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει σχέσεις με γείτονές του, με την ενορία του, με κάποιο σύλλογο ή κέντρο στην περιοχή του. Θα μπορούσε να περάσει με κάποιος άλλους συνομήλικούς του τις γιορτές αφού τα παιδιά του δεν μπορούσαν να είναι κοντά του – και τότε δεν θα ένιωθε μοναξιά γιατί θα ήταν ανάμεσα σε φίλους.

            Ας αρχίσουμε λοιπόν να βλέπουμε πιο ενεργητικά τη μοναξιά. Αντί να παραπονιόμαστε διαρκώς ότι δεν κανείς δεν μας καταλαβαίνει, όλοι μας αγνοούν, δεν έχουμε φίλους, δεν έχουμε οικογένεια, είμαστε μόνοι, ας κάνουμε κάτι γι΄αυτό. Φέτος ας αποφασίσουμε να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας και να νικήσουμε τη μοναξιά μας.

            Πώς; Ακολουθούν μερικές ιδέες. Θα μπορούσαμε, λοιπόν:

 

 

-       Να καλλιεργήσουμε τις σχέσεις με τους συγγενείς μας (ακόμα και με εκείνους που δεν τα πάμε περίφημα). Ειδικά στις γιορτές, να επισκεφθούμε τους πιο ηλικιωμένους – μπορεί να μην περάσουμε καλά αλλά θα νιώσουμε την ικανοποίηση ότι τους προσφέραμε κάτι καλό.

-       Να φροντίσουμε να έχουμε αληθινή επικοινωνία με τους φίλους μας (τουλάχιστον με εκείνους που εμπιστεύομαστε περισσότερο): να μιλάμε ειλικρινά και να μοιραζόμαστε μαζί τους τις χαρές και τις λύπες μας.

-       Να κάνουμε εθελοντική δουλειά: η προσφορά σε άτομα που βρίσκονται σε δύσκολη θέση θα μας κάνει να νιώσουμε χρήσιμοι και οι εμπειρίες τους θα  διευρύνουν τους ορίζοντές μας.

-        Να γνωρίσουμε νέα άτομα και να καλλιεργήσουμε σχέσεις μαζί τους. Ειδικά αν οι υπάρχουσες σχέσεις μας δεν είναι ικανοποιητικές (και προφανώς δεν είναι αν νιώθουμε μοναξιά), τότε είναι ανάγκη να δημιουργήσουμε νέες  φιλίες. ‘Ενας καλός τρόπος γι΄αυτό είναι να γραφτούμε σε κάποιο σύλλογο ανάλογο με τα ενδιαφέροντα μας (πχ. ορειβατικό σύλλογο, λέσχη φωτογραφίας, ομάδα ανάγνωσης βιβλίου, κλπ). Επίσης, στο διαδίκτυο υπάρχουν κλαμπ κοινωνικής δικτύωσης που οργανώνουν δραστηριότητες και φέρνουν κοντά ανθρώπους με παραπλήσια ενδιαφέροντα.

 

            Φέτος ας κάνουμε το σπουδαιότερο δώρο στον εαυτό μας – ας τον γλυτώσουμε από τη μοναξιά. Μπορούμε να φτιάξουμε μια ικανοποιτητική ζωή με ουσιαστικές σχέσεις – αρκεί να αποφασίσουμε να δουλέψουμε γι΄αυτό.

 

      Για τις γιορτές λοιπόν, σας εύχομαι ολόψυχα, Υγεία, Αγάπη και ...Καλή Δουλειά!!!

Ο Άγιος Βασίλης και η Βία

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

Τι θα ζητήσετε αλήθεια φέτος από τον ‘Αγιο Βασίλη; Υγεία, δουλειά, λεφτά για να αγοράσετε παιχνίδια στα παιδιά;

            Εσείς μπορεί να αγωνιάτε για να βρείτε τα χρήματα να αγοράσετε δώρα στα παιδιά σας. Πολλά παιδιά, ωστόσο, βαθιά μέσα τους δεν επιθυμούν πανάκριβα δώρα. Επιθυμούν μια καλύτερη καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα με λιγότερη πίεση, με λιγότερη αγωνία. Με λιγότερη βία.

            Γιατί είναι αλήθεια πως πολλά παιδιά βιώνουν τη βια -τη σωματική, τη λεκτική, τη συναισθηματική βια- στο σχολείο, στο σπίτι ή στη γειτοινιά τους. Σχολικός εκφοβισμός, οικογενειακός εκφοβισμός, και τώρα τελευταία, ηλεκτρονικός εκφοβισμός.

            Πολλά παιδιά  αρχίζουν τη μέρα τους με σφιγμένο στομάχι και δάκρυα στα μάτια. Ζουν μέσα στην αγωνία και το φόβο – φόβο για το συμμαθητή που τα απειλεί, τον καθηγητή που τα μαλλώνει, το γονιό που τους φωνάζει. Πέρα από τις φωνές, τις βρισιές, τις διαρκείς επικρίσεις και κριτικές, αρκετά παιδιά υφίστανται ακόμα και σωματική βία, μια που είναι αλήθεια ότι πολλοί γονείς εξακολουθούν σήμερα να χτυπάνε τα παιδιά τους – άσχετα αν εκ των υστέρων μετανιώνουν και ντρέπονται γι΄αυτό.

            Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, πως μετά από όλες αυτές τις μορφές βιας, τα παιδιά τρομοκρατούν το ένα το άλλο και ασκούν έμμεσα ή άμεσα βια μεταξύ τους. Πρόσφατη έρευνα σε 4987 ελληνόπουλα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έδειξε πως το 31,98% των ερωτηθέντων είχε υπάρξει «θύμα» και το 30.20% «θύτης» σε κάποιο επεισόδιο σχολικού εκφοβισμού (EuropeanAntibullyingCampaign, 2012). Αν σε αυτό προσθέσουμε το γεγονός ότι πολλά παιδιά είναι «μάρτυρες» ενός επεισοδίου, πράγμα που επίσης τους γεννά αρνητικά συναισθήματα, καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλο είναι το ποσοστό των παιδιών που βιώνει κάποια πτυχή της βιας στο σχολείο.

            Ένα αγόρι 15 χρονών μου έλεγε πρόσφατα: «το σχολείο είναι για μένα χειρότερο από κόλαση». Τι να τα κάνει τα παιχνίδια και τα πανάκριβα δώρα ένα παιδί όταν ζει μέσα στην απαξίωση και τον φόβο;

            Ίσως, λοιπόν, αντί να αγχνωνόμαστε να βρούμε τα χρήματα για να αγοράσουμε παιχνίδια και ρούχα στα παιδιά μας, θα ήταν καλύτερο να εστιάσουμε σ΄αυτό που πραγματικά χρειάζονται: μια ζωή χωρίς διαρκή αγωνία, μια ζωή με αποδοχή, ενθάρρυνση και σαφή όρια.

            Το καλύτερο δώρο για τα παιδιά μας δεν είναι μια ακριβή κονσόλα ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Είναι να τα βοηθήσουμε να ζήσουν καλύτερα. Να τα εκπαιδεύσουμε χωρίς να χρησιμοποιούμε την απειλή και το φόβο. Να τα διδάξουμε στην πράξη πώς να λύνουν ειρηντικά τις διαφορές τους. Να τα μάθουμε να εκφράζουν τις ανάγκες τους με λόγια κι όχι με τη βια. Να τα πείσουμε πως έχουν δύναμη και ικανότητες και αξία. Πως αν συνεργάζονται –αντί να ανταγωνίζονται- μπορούν να κάνουν θαύματα.

            Ας ζητήσουμε λοιπόν από τον ‘Αγιο Βασίλη να μας δώσει το θάρρος να αντικρίσουμε κατάματα την πραγματικότητα που έχουμε κατασκευάσει για τα παιδιά μας και την υπομονή να εργαστούμε για να την κάνουμε καλύτερη. Ας του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να νικήσουμε τη βία μέσα μας και γύρω μας για να προσφέρουμε έναν αληθινά όμορφο κόσμο στα παιδιά μας.

 

* * *