Κόντρα ανάμεσα στον έφηβο και στο γονιό: μήπως τελικά δεν οφείλεται μόνο στην εφηβεία;

Σοφία Ανδρεοπούλου

Ψυχολόγος-Παιδοψυχολόγος

 

 

 

«ΟΧΙ! Δεν θα το κάνω μόνο και μόνο επειδή το λες εσύ!»

Αυτός είναι ο δεκαεξάχρονος γιός μου, ο οποίος μέχρι πριν λίγα χρόνια θα έκανε οτιδήποτε αρκεί να του το έλεγα εγώ. Τώρα, μοιάζει να έχει μόνο ένα κριτήριο για το αν θα κάνει κάτι: να μην το επιδοκιμάζουμε εμείς οι γονείς του. Λες και έχει μόνο μια κατευθυντήρια αρχή στη ζωή του: τι θα πω εγώ –και ακόμα χειρότερα, τι θα πει ο άντρας μου- για να κάνει το αντίθετο.

Ειδικά πριν από ένα-δύο χρόνια, η κατάσταση αυτή ήταν τόσο έντονη που είχε καταντήσει αστεία. Με τον άντρα μου, κάναμε ένα πείραμα: Πολλές φορές του έλεγα κάτι που ήξερα πως ήταν το αντίθετο από αυτό που ήθελε. Και εκείνος, πάντα μα πάντα, έκανε το αντίθετο από αυτό που του έλεγα – άρα κατέληγε να κάνει αυτό ακριβώς που δεν ήθελε κατά βάθος να κάνει. Δεν φαντάζεστε την κρυφή ικανοποίηση που ένιωθα όταν συνέβαινε αυτό. Καλά να πάθεις, σκεφτόμουν χαιρέκακα!

Σίγουρα όλοι εμείς που έχουμε παιδιά στην εφηβεία, δυσκολευόμαστε πολύ με την τάση τους να μας πηγαίνουν συνέχεια κόντρα. Η αιώνια κόντρα ανάμεσα στον έφηβο και στον γονιό παίρνει πολλές μορφές: μπορεί ο έφηβος απλώς να αγνοεί τον γονιό, ή μπορεί να διαφωνεί μαζί του, να τον κριτικάρει, να του φέρεται άσχημα, να κάνει το αντίθετο από αυτό που ο γονιός θέλει.  

Η διαρκής αυτή ένταση είναι πολύ κουραστική όμως. Σαν γονιός, νιώθεις ότι το παιδί σου ξαφνικά έχει σταματήσει να σε αγαπάει, έχει πάψει να σε υπολογίζει. Σε κουράζει, σε θυμώνει και σε πληγώνει η στάση του αυτή. Νιώθεις ότι σε απορρίπτει και αυτό πονάει. Επιπλέον, σε βάζει σε αμφιβολίες: μήπως έχει δίκιο, μήπως οι απόψεις μου είναι ξεπερασμένες, μήπως υπερβάλλω, μήπως δεν είμαι καλός γονιός; Τι έχω κάνει λάθος; Τη μια στιγμή, θυμώνεις μαζί του , του φέρεσαι άσχημα και μετά έχεις τύψεις. Την επόμενη, τα βάζεις με τον εαυτό σου, νομίζεις πως τα έχεις κάνει όλα λάθος, και νιώθεις απαίσια.

Αν όμως εμείς οι γονείς υποφέρουμε από την κόντρα αυτή, η αλήθεια είναι πως και οι έφηβοι ταλαιπωρούνται επίσης. Για τον έφηβο δεν είναι καθόλου εύκολο να αμφισβητεί ή να εναντιώνεται στους γονείς του. Όταν το κάνει αυτό, νιώθει πως γκρεμίζει τα θεμέλια στα οποία στηριζόταν μέχρι τώρα, πώς ξαφνικά δεν υπάρχει πλαίσιο να τον στηρίξει, πως είναι μόνο και ξεκρέμαστος. Όταν απομυθοποιεί τους γονείς του, νιώθει σαν να είναι ολομόναχος στον κόσμο και αυτό είναι πολύ-πολύ τρομακτικό, πιστέψτε με!

Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν για να βγούμε από την κατάσταση αυτή μέσα στην οποία όλοι υποφέρουμε;

Πρώτα απ’ όλα, καλό θα ήταν να την κατανοήσουμε. Τι ακριβώς συμβαίνει όταν ο έφηβος πηγαίνει κόντρα στους γονείς του; Γιατί το κάνει; Από πού πηγάζει η κόντρα αυτή;

Οι αιτίες και οι εσωτερικές καταστάσεις που οδηγούν στην κόντρα είναι πολλές και θα μπορούσαν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες – τις θετικές και τις αρνητικές.

 

 Θετικές είναι οι αιτίες που συνδέονται με τις εσωτερικές ανάγκες των εφήβων και επομένως τους ωθούν σε αντιδράσεις που συμβάλλουν στη φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξή τους. Τέτοιες είναι:

 

·         Ανάγκη για διαφοροποίηση: ο έφηβος «πρέπει» να πάρει απόσταση από τους γονείς του, να τους αμφισβητήσει, να τους απομυθοποιήσει, ώστε να νιώσει πως είναι ένα διαφορετικό άτομο από εκείνους.  Αν απλώς έκανε ό,τι του λένε, δεν θα ένιωθε ξεχωριστός – θα ένιωθε σαν να είναι η δική τους προέκταση. Χρειάζεται να δει ο ίδιος και να δείξει στους άλλους ότι διαφέρει ώστε να διαμορφώσει σταδιακά τη δική του προσωπικότητα.

 

·         Ανάγκη να διαμορφώσει σφαιρικότερη αντίληψη: παίρνοντας την αντίθετη θέση/άποψη από τον γονιό, ο έφηβος «δοκιμάζει» επιχειρήματα, βλέπει τα πράγματα από διάφορες πλευρές (και όχι μόνο από την πλευρά του γονιού) και επομένως αποκτά σφαιρικότερη αντίληψη για διάφορα θέματα.

 

·         Διαφορετική οπτική λόγω άλλων εμπειριών: συχνά η «κόντρα» δεν είναι εναντίωση αλλά απλώς διαφορετική οπτική που είναι απολύτως φυσικό να υπάρχει ανάμεσα σε άτομα τόσο διαφορετικών ηλικιών και εμπειριών. Προφανώς, αλλιώς βλέπει τα πράγματα και επομένως άλλο πράγμα θεωρεί σωστό να γίνει μια δεκαπεντάχρονη και αλλιώς η σαραντάρα μητέρα της – και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και διόλου κακό.

 

·         Άποψη – που ενδέχεται να είναι και ορθή. Γιατί θεωρούμε ότι ο γονιός έχει πάντα δίκιο και ο έφηβος κακώς του πάει κόντρα; Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να έχει δίκιο ο έφηβος και όχι ο γονιός – οπότε καλά κάνει και πάει κόντρα ο έφηβος. Σε ορισμένες καταστάσεις, πραγματικά οι έφηβοι μπορεί να βλέπουν πιο καθαρά τα πράγματα, ή να έχουν πιο ρεαλιστική άποψη για το τι θα τους κάνει καλό απ’ ότι οι γονείς τους, οι οποίοι πιθανώς να είναι κολλημένοι σε ορισμένες απόψεις ή συνήθειες επί χρόνια και να μην έχουν την ικανότητα να τις αναθεωρήσουν.

 

Αρνητικές είναι οι αιτίες που απορρέουν από δυσλειτουργίες στη σχέση του εφήβου με τον γονιό ή στη ζωή της οικογένειας γενικότερα. Σε αυτή την περίπτωση, η κόντρα δεν είναι ένα υγιές στοιχείο για την ανάπτυξη των εφήβων. Αντίθετα, εκφράζει και, δυστυχώς, ενισχύει ένα πρόβλημα ή μια δυσλειτουργία. Τέτοιες αιτίες είναι:

 

·         Θυμός: ενδέχεται να υπάρχει πολύς θυμός ανάμεσα στο γονιό και στον έφηβο για διάφορους λόγους – ίσως ο γονιός δεν μεταχειριζόταν σωστά τον έφηβο όταν ήταν παιδί, και τώρα που μεγάλωσε αντιδρά. Ή πιθανώς ο γονιός δεν φέρεται με σεβασμό στον έφηβο, τον μειώνει, τον αποδοκιμάζει, οπότε και εκείνος θυμώνει μαζί του και του πάει κόντρα. Επίσης, ενδέχεται η όλη στάση του γονιού να περιέχει πολύ θυμό (με όλους και με όλα) οπότε και ο έφηβος ρουφάει τον θυμό αυτό και τον εκφράζει. Οι φωνές και οι καυγάδες των γονιών μεταξύ τους ή με άλλους, επηρεάζουν τους εφήβους που νιώθουν πολύ άσχημα και το εκφράζουν πηγαίνοντάς τους κόντρα.

 

·         Λάθος στάση γονιού: Αν ο γονιός έχει λάθος στάση απέναντι στον/ην  έφηβο/η, αν τον κριτικάρει ή τον αποδοκιμάζει διαρκώς, ο έφηβος μαθαίνει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Αν ο γονιός δείχνει διαρκώς οργισμένος, απογοητευμένος, «απέναντι» και όχι «μαζί» με το παιδί του, τότε και ο έφηβος θα είναι «απέναντι» και όχι «μαζί».

 

·         Έλλειψη σεβασμού στο γονιό ως άνθρωπο: ο/η έφηβος/η πλέον κρίνει και μπορεί να αξιολογήσει τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του γονιού. Αν λοιπόν, βρίσκει τους γονείς του ανακόλουθους, ελλιπείς ή λάθος σε διάφορα ζητήματα της ζωής, τότε είναι πολύ πιθανό να τους πηγαίνει κόντρα επειδή δεν τους σέβεται. Ο σεβασμός δεν επιβάλλεται – κερδίζεται. Και αυτό καλό θα ήταν να το θυμόμαστε ως γονείς.

 

·         Εσωτερικά προβλήματα του εφήβου: οι έφηβοι μπορεί να αισθάνονται πολύ άσχημα για διάφορους λόγους - μπορεί να νιώθουν μόνοι, μπερδεμένοι, άδειοι, να αγωνιούν για το μέλλον, να μην τους ενδιαφέρει τίποτα.  Στην περίπτωση αυτή, η κόντρα εκφράζει την εσωτερική τους κατάσταση – και αποτελεί ουσιαστικά μια κραυγή για βοήθεια.

 

 

Βλέπετε λοιπόν, συνάδελφοι-γονείς, ότι δεν είναι τόσο απλό το θέμα της κόντρας. Δεν αρκεί να την αποδίδουμε στην εφηβεία και να τελειώνουμε με συνοπτικές διαδικασίες.  Μερικές φορές, για την κόντρα δεν φταίνε ούτε οι ορμόνες, ούτε ο έφηβος – μερικές φορές, φταίμε και εμείς οι γονείς. Όταν έχουμε εύκολες τις φωνές, τις τιμωρίες, τις αποδοκιμασίες και τις παρατηρήσεις, τι περιμένουμε να κάνει το παιδί μας μόλις μεγαλώσει λίγο; Όταν τρέχουμε σαν τους τρελούς να τα προλάβουμε όλα και δεν προλαβαίνουμε να ακούσουμε και να μιλήσουμε αληθινά με το παιδί μας, πώς περιμένουμε ότι εκείνο θα μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας; Όταν συχνά λειτουργούμε ανώριμα, απερίσκεπτα, ανέντιμα, πώς περιμένουμε να μας σεβαστεί; Όταν κυκλοφορούμε με μια διαρκή οργή (για το/τη σύντροφό μας, τον κόσμο, τη ζωή, κλπ.) πώς περιμένουμε να μπορούν οι έφηβοί μας να διαχειριστούν το δικό τους θυμό λειτουργικά;

 

Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν για να βελτιώσουμε την κόντρα με τον έφηβο γιό ή την έφηβη κόρη μας;

 

Πρώτα απ’ όλα, να κατανοήσουμε την αιτία. Ανάλογα με αυτή θα αποφασίσουμε τα μέτρα που θα λάβουμε. Ωστόσο, κάποιες ιδέες είναι βοηθητικές σε κάθε περίπτωση:

 

·         Σταματήστε τις διαρκείς παρατηρήσεις, την αποδοκιμασία και τη γκρίνια. Το μόνο που πετυχαίνουμε με αυτά είναι να απομακρύνουμε και να θυμώνουμε τον έφηβο. Κάντε κριτική μόνο για τα πολύ σοβαρά θέματα – τα μικρά καθημερινά αφήστε τα να περάσουν.

 

·         Δείξτε σεβασμό: μην τον/την μειώνετε, μην τον/την ειρωνεύεστε, μη τον βρίζετε. Φερθείτε με ευγένεια στο παιδί σας ακόμα κι αν εκείνο δεν φέρεται τόσο καλά.

 

·         Να έχετε στάση συνεργασίας: δεν επιβάλλετε πια τίποτα. Συνεργάζεστε με το παιδί σας για να βρείτε μαζί, τις καλύτερες λύσεις.

 

·         Βάλτε όρια μόνο για τα θέματα που αφορούν στην ηθική και την ασφάλεια (πχ. πότε κινείται πού). Σε όλα τα υπόλοιπα θέματα, δεν μπορούν να μπαίνουν όρια μόνο από την πλευρά του γονιού. Πρέπει να αποτελούν προϊόν συνεργασίας και συμφωνίας μεταξύ γονιού-εφήβου.

 

·         Αφήστε του/της περιθώριο να αυτενεργεί.  Ο έφηβος πρέπει να μπορεί να αυτενεργεί και να επιλέγει πράγματα που τον/την αφορούν (πχ. σχετικά με την εμφάνιση, το δωμάτιό του, τα χόμπι του, κλπ.)

 

·         Σεβαστείτε το χώρο του/της και μην εισβάλλετε ξαφνικά. Ποτέ μην πειράζετε τα πράγματά του/της  και μην τον/την κατασκοπεύετε – θα το καταλάβει και αυτό θα βλάψει πολύ τη σχέση σας.

 

·         Καλλιεργήστε τη σχέση σας με το έφηβο παιδί σας: δείξτε ενδιαφέρον για ό,τι του/της αρέσει να κάνει. Προσπαθήστε να βρείτε πράγματα που μπορείτε να συζητάτε και να κάνετε ώστε να περνάτε καλά μαζί.

 

·         Ακούστε με προσοχή τις απόψεις του/της: μπορεί να έχει δίκιο. Αν διαφωνείτε, αναπτύξετε τα επιχειρήματά σας με ήπιο τρόπο και διαλλακτικά.

 

Σε τελική ανάλυση, η κόντρα ανάμεσα στους γονείς και στους εφήβους οφείλεται και στις δύο πλευρές. Για μια κόντρα, όπως για ένα καυγά, χρειάζονται δύο. Αν ο γονιός πάψει να βρίσκεται σε κόντρα, το παιδί δεν μπορεί να είναι σε κόντρα μόνο του. Αν φροντίσουμε λοιπόν να βελτιώσουμε τη δική μας στάση απέναντι στο παιδί μας και να καλλιεργήσουμε μια πιο ουσιαστική επικοινωνία μαζί του, τότε και εκείνο θα πάψει να μας πηγαίνει κόντρα λόγω αρνητικών αιτιών. Η κόντρα του τότε θα είναι μόνο επειδή χρειάζεται να διαφοροποιηθεί και θα την εκφράζει πιο ήπια, με σεβασμό και αγάπη.

Εκπομπές τύπου «ρεάλιτι»: πώς μας επηρεάζουν;

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

www.sophiaandreopoulou.gr

 

Η τηλεόραση έχει πια γεμίσει με εκπομπές τύπου “reality” – ρεάλιτι, ελληνιστί- με τη μορφή παιχνιδιών, διαγωνισμών, περιπέτειας, ερωτικών σχέσεων, κα. Σύμφωνα με τον ορισμό του λεξικού, ρεάλιτι είναι το είδος του τηλεοπτικού προγράμματος που δείχνει πως συμπεριφέρονται συνηθισμένοι άνθρωποι στην καθημερινή τους ζωή, ή σε καταστάσεις που δημιουργούν οι παραγωγοί οι οποίες υποτίθεται πως καθρεφτίζουν την καθημερινή ζωή.

 Φυσικά, υπάρχουν πολλών διαφορετικών τύπων ρεάλιτι προγράμματα, αλλά το κοινό σε όλα είναι ακριβώς η λέξη ρεάλιτι – πραγματικότητα. Όλες αυτές οι εκπομπές, επομένως, υποτίθεται πως δείχνουν την πραγματικότητα όπως έχει – σε αντιδιαστολή με τις τηλεοπτικές σειρές, ή ταινίες οι οποίες δείχνουν μυθοπλασία, δηλαδή την πραγματικότητα όπως την έχει φανταστεί ο σεναριογράφος.

Κατά κάποιο τρόπο, το ρεάλιτι υποκαθιστά το κουτσομπολιό της γειτονιάς. Και τι μπορεί να κερδίζει κανείς από το κουτσομπολιό; Πολλά.

 

Πρώτα απ’ όλα, ξεφεύγει από τα δικά του προβλήματα και ξεχνάει τις έγνοιες του καθώς ασχολείται με τα προβλήματα των άλλων.  Άλλωστε είναι τόσο έξυπνα φτιαγμένα τα ρεάλιτι ώστε δημιουργούν στον τηλεθεατή την ψευδαίσθηση της συμμετοχής. Ακόμα κι αν δεν ψηφίζει ο ίδιος, το γεγονός ότι άλλοι τηλεθεατές ψηφίζουν δημιουργεί σε κάθε τηλεθεατή την αίσθηση ότι επηρεάζει τα τεκταινόμενα – και αυτό τον βοηθάει να «ξεχαστεί» περισσότερο.

 

 Επιπλέον, μέσω της διαδικασίας της κοινωνικής σύγκρισης, συχνά μπορεί να νιώσει ο τηλεθεατές κάποια ανακούφιση γιατί δεν βιώνει τα προβλήματα που βιώνει ο παίκτης, ή να νιώσει ανώτερος ή καλύτερος από τον παίκτη ως προς τον τρόπο που διαχειρίζεται τα προβλήματα αυτά. Έτσι, έχει την ευκαιρία κατά κάποιο τρόπο να συγκρίνει τον εαυτό του με άλλους και να νιώσει καλύτερα για εκείνον  (προφανώς, εκείνος που κουτσομπολεύει συνήθως αποφεύγει να δει τα σημεία στα οποία είναι χειρότερος από το άτομο που κουτσομπολεύει!).

 

Πάνω απ’ όλα, το ρεάλιτι γεμίζει όλα τα κενά στη ζωή των τηλεθεατών. Όταν ο τηλεθεατής νιώθει μοναξιά, έχει τους παίκτες για να του δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της παρέας, του κοινωνικού δικτύου. Όταν βαριέται, έχει τους παίκτες για να του δώσουν κάτι να ασχολείται. Όταν είναι με τους φίλους του και δεν έχουν τι να πούν,  μπορούν πάντα να συζητήσουν ή να διαφωνήσουν σχετικά με τους παίκτες και ποιος πρέπει να φύγει.

 

Πράγματι, λοιπόν, το ρεάλιτι προσφέρει πολλά στον τηλεθεατή. Το μόνο κακό είναι πως αυτά που προσφέρει είναι αρνητικά. Απευθύνεται στα κατώτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του, τα ενισχύει και τα ωθεί να εκφραστούν. Όλοι μας έχουμε την τάση να λειτουργήσουμε λίγο όπως αναφέρεται πιο πάνω – αλλά όταν αρχίσουμε να βλέπουμε ρεάλιτι, η τάση μας αυτή δυναμώνει, εκδηλώνεται και επειδή το ίδιο συμβαίνει και με άλλους γύρω μας, μας φαίνεται πια αποδεκτή η τάση αυτή.

 

Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα με τα ρεάλιτι: δημιουργούν την αίσθηση στους τηλεθεατές ότι τα χειρότερα στοιχεία της προσωπικότητας του ατόμου και της κοινωνικής ζωής είναι αποδεκτά και φυσιολογικά. Ταυτίζουν την έννοια ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ με τις  χειρότερες όψεις της – λες και μόνο αυτές είναι πραγματικότητα, και δεν υπάρχει καμία καλύτερη όψη της πραγματικότητας.

 

 Η αρνητική αυτή επίδραση των ρεάλιτι πάνω στην αντίληψη του κόσμου για το τι είναι «πραγματικότητα» καταδεικνύεται σε πολλές πρόσφατες έρευνες. Για παράδειγμα, ερευνητές του Πανεπιστήμιου του Γουισκόνσιν βρήκαν ότι άτομα που παρακολουθούσαν διάφορα ρεάλιτι (όπως τους Καρντάσιαν), πιο συχνά ανέφεραν ότι κακή συμπεριφορά όπως να λες ψέματα, να χτυπάς τον άλλον πισώπλατα, να είσαι επιθετικός είναι αποδεκτή.

 

Καθώς τέτοιου τύπου συμπεριφορές και άλλες ακόμα χειρότερες, παρουσιάζονται στα ρεάλιτι και συχνά επιβραβεύονται, είναι λογικό ότι η αντίληψη των τηλεθεατών για το τι είναι αποδεκτό αλλοιώνεται. Σταδιακά, αρχίζει να φαίνεται «φυσιολογικό» και «αποδεκτό» να φέρεται κανείς με τέτοιους τρόπους – αφού αυτό κάνουν και παίκτες που τελικά γίνονται δημοφιλείς και επιβραβεύονται με πολλούς τρόπους για τις συμπεριφορές αυτές.

Παράλληλα, τα ρεάλιτι πιθανώς ενισχύουν την επιθετικότητα. Ο ψυχολόγος BryanGibson του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν βρήκε ότι οι εκπομπές ρεάλιτι που παρουσιάζουν επιθετικότητα ανάμεσα στους παίκτες –εκφοβισμό, αποκλεισμό, χειραγώγηση- συχνά κάνουν τους τηλεθεατές πιο επιθετικούς στην πραγματική τους ζωή. Η επιθετικότητα που οι παίκτες εκδηλώνουν απέναντι σε άλλους παίκτες, προφανώς δημιουργεί σε πολλούς τηλεθεατές την εντύπωση πως αυτή είναι μια αποδεκτή στάση και πως έτσι φέρονται γενικά οι άνθρωποι στις σχέσεις τους.

Παράλληλα, το ρεάλιτι βάζει τον τηλεθεατή στην παθητική θέση του ηδονοβλεψία: δεν κάνει ο ίδιος κάτι, μόνο βλέπει παθητικά τους άλλους να κάνουν κάτι. Δεν ζει ο ίδιος, παρακολουθεί την ζωή των άλλων. Αντί να επιδιώξει να λύσει τα δικά του προβλήματα και να κάνει τη δική του ζωή πιο ενδιαφέρουσα, ασχολείται με τα τεχνητά προβλήματα των παικτών και την ψεύτικη ζωή τους.

Χωρίς αμφιβολία, τα ρεάλιτι επιδρούν αρνητικά πάνω μας. Μας ωθούν να γινόμαστε παθητικοί, χαιρέκακοι, επιθετικοί, ρηχοί. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε, μας σπρώχνουν να γινόμαστε η χειρότερη εκδοχή του εαυτού μας στην χειρότερη εκδοχή της «πραγματικότητας». Και σε αυτό θα έπρεπε πια να αντισταθούμε. Να επιλέξουμε ό,τι μας κάνει καλύτερους, μας προχωρεί, μας βελτιώνει. Ό,τι μπορεί να κάνει ουσιαστικές τις σχέσεις μας και αληθινά συναρπαστική τη ζωή μας.

Αδέλφια: μια πολύπλοκη σχέση

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

Μια από τις πιο πολύπλοκες και φορτισμένες σχέσεις είναι ανάμεσα στα αδέλφια. ‘Οπως γνωρίζουν όσοι έχουν αδέλφια, η σχέση αυτή είναι γεμάτη αμφιθυμία και ένταση: μίσος και αγάπη, οργή και φόβο, ανταγωνισμό και συνεργασία. Τα αδέλφια, πριν καν μάθουν να αγαπούν το ένα το άλλο, μαθαίνουν (λόγω ανάγκης) ότι πρέπει να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο για ό,τι είναι σημαντικό: για την αγάπη και την προσοχή του περιβάλλοντος, για τον χώρο, για τα παιχνίδια, για το φαγητό – για τα πάντα.

            Η αδελφική σχεση έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που την καθιστούν πολύπλοκη και ιδιαίτερη:

-  ‘Ελλειψη επιλογής: Δεν επιλέγουμε αν θέλουμε να έχουμε αδέλφια, και δεν επιλέγουμε τα συγκεκριμένα αδέλφια

 - Εγγενής ανταγωνισμός: άσχετα από το πόση αφθονία σε υλικά ή ψυχολογικά αγαθά (πχ. προσοχή, χρόνος, παιχνίδια, κλπ) μπορεί να υπάρχει από την πλευρά των γονιών, κάθετι που παίρνει το ένα παιδί, δεν το παίρνει το άλλο (ή τα άλλα).

-  Διαρκείς συγκρίσεις: συχνά συγκρίσεις κάνει το  περιβάλλον, αλλά ακόμα κι αν δεν κάνει, διαμορφώνουμε ως παιδιά την εικόνα μας για τον εαυτό μας κάνοντας συγκρίσεις με τα αδέλφια μας.

- Καθρέφτισμα: τα αδέλφια μας αποτελούν έναν από τους πρώτους καθρέφτες της ζωής μας. Στα μάτια τους διαβάζουμε πράγματα για εμάς, για το ποιοί είμαστε, πώς δείχνουμε, κλπ.

- Συναισθηματική πίεση για καλή σχέση. Συνήθως οι γονείς ασκούν πίεση στα παιδιά τους για να «αγαπάνε» ο ένας τον άλλο και η πίεση αυτή χειροτερεύει τη σχέση.

            Αν οι γονείς είναι σε θέση να καλύψουν τις βασικές ανάγκες όλων των παιδιών τους χωρίς να μειώνουν ή να παραμελούν κανένα, τότε ο ανταγωνισμός αυτός ενδέχεται να περιοριστεί. Συχνά όμως αυτό δεν συμβαίνει. Πολλοί γονείς κάνουν εμφανείς διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά τους, ευνοώντας κάποιο και αδικώντας κάποιο άλλο – είτε επειδή νιώθουν πιο κοντά τους το ένα παιδί, είτε επειδή θεωρούν πως το παιδί αυτό έχει μεγαλύτερη ανάγκη, είτε γιατί πιστεύουν ότι το αξίζει περισσότερο, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. ‘Οταν συμβαίνει αυτό, ο εγγενής ανταγωνισμός και η ζήλια ανάμεσα στα αδέλφια μπορεί να πάρει τεράστιες διαστάσεις.

            Αυτό, ενίοτε, συμβαίνει ακόμα περισσότερο σε μια μονογονεϊκή οικογένεια όπου υπάρχει μόνο ένας γονιός οπότε οι δυνατότητες είναι πιο περιορισμένες και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα παιδιά ακόμα πιο σκληρός. Πολλοί γονείς, σε τέτοιες συνθήκες αισθάνονται πως πρέπει να γίνουν χίλια κομμάτια για να προλάβουν τις ανάγκες όλων. Από την άλλη μεριά, βέβαια, αν οι συνθήκες ζωής της μονογονεϊκής οικογένειας είναι δύσκολες, υπάρχει το ενδεχόμενο τα παιδιά να συσπειρωθούν για να τις αντιμετωπίσουν.

            Σε κάθε περίπτωση, το εκρηκτικό μείγμα συναισθημάτων που συνήθως βιώνουν τα αδέλφια μεταφέρεται και στην ενήλικη ζωή όπου συχνά επιδεινώνεται. Τα μικρά παιδιά μπορεί να τσακώνονται συχνά και να ζηλεύει το ένα το άλλό, έχουν όμως και όμορφες στιγμές που παίζουν μαζί, που υποστηρίζει το ένα το άλλο έναντι ενός τρίτου παιδιού, που ενώνονται μπροστά στην αυστηρότητα κάποιου γονιού. Οι καλές αυτές στιγμές φέρνουν πιο κοντά τα αδέλφια, μειώνοντας τον ανταγωνισμό και αυξάνοντας το δέσιμο. Καθώς όμως τα αδέλφια μεγαλώνουν, οι καλές αυτές στιγμές συχνά ελατώνονται. Τα ενήλικα αδέλφια, ειδικά αν ζουν μακρυά ή αν ακολουθούν άλλο τρόπο ζωής, δεν παίζουν πια μαζί, ούτε παλεύουν τον κοινό εχθρό στην αυλή του σχολείου. ‘Ετσι εκλείπουν τα στοιχεία που συνέδεαν τα αδέλφια παλιότερα. Και τι απομένει; Ο αρχέγονος ανταγωνισμός με τα συνοδά αρνητικά συναισθήματα: η ζήλια, η δυσάρεστη αίσθηση που απορρέει από τις μεταξύ τους συγκρίσεις, η οργή για τις αδικίες των γονιών.

            Για πολλούς ανθρώπους, μια συνάντηση με τον αδελφό ή την αδελφή τους λειτουργεί σαν υπενθύμιση όλων των παιδικών τραυμάτων που προσπαθούν να ξεχάσουν, όλων των αρνητικών στοιχείων τους που πτροσπαθούν να κρύψουν, όλων των οδυνηρών συναισθημάτων που αρνούνται ότι νιώθουν. Ας το παραδεχτούμε: οι επαφές ανάμεσα στα ενήλικα αδέλφια είναι δυστυχώς συχνά οδυνηρές και η συνεννόηση πολύ δύσκολη.

            Ωστόσο, είναι πολύ κρίμα που συμβαίνει αυτό, μια που οι δυσκολίες της ενήλικης ζωής θα αντιμετωπίζονταν πολύ καλύτερα με έναν αδελφό ή μια αδελφή σαν σύμμαχο. Μπορεί ενδεχομένως να είναι δύσκολο να κάνουν στενή παρέα δύο αδέλφια, αλλά ασφαλώς θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν μια λειτουργική σχέση μέσα από την οποία να στηρίζουν ο ένας τον άλλο στις δύσκολες στιγμές και να φροντίζουν μαζί τους γονείς τους καθώς γερνούν.

            Αν λοιπόν δυσκολευόμαστε στη σχέση με τα αδέλφια μας, ίσως αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να τη βελτιώσουμε. Πώς; Θα μπορούσαμε:  

 

-       Να αποδεχτούμε τις ιδιαιτερότητες της σχέσης και να μην έχουμε υπερβολικές προσδοκίες. Δεν χρειάζεται να είμαστε «τέλεια», αρκεί να μπορούμε κάπως να συνεννοηθούμε.

-       Να αποδεχτούμε και τα αρνητικά συναισθήματα που ενδεχομένως έχουμε: μπορούμε να νιώθουμε ταυτόχρονα και αγάπη και ζήλια.

-       Να αποφεύγουμε τις πολύ στενές επαφές εκτός αν έχουμε μια εξαιρετικά καλή επικοινωνία (όπως συγκατοίκηση, επαγγελματική συνεργασία, κλπ).

-       Να θυμίζουμε στον εαυτό μας πως δεν είμαστε πια παιδιά και πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας με τα μάτια το ενήλικου. Σημασία έχει πώς είμαστε σήμερα και όχι πώς είμασταν παλιά.

-       Να θυμόμαστε πως παλιά τα αδέλφια μας ήταν κι εκείνα παιδιά και επομένως δεν είχαν την ωριμότητα να λειτουργήσουν καλύτερα.

-       Να προσπαθήσουμε να αφήσουμε πίσω μας το παρελθόν και να εστιάσουμε στο παρόν.

-       Να σταματήσουμε τις συγκρίσεις μαζί τους – καθένας είναι διαφορετικός και αυτό είναι καλό.

-       Να θέτουμε σαφή όρια ξεκαθαρίζοντας μαζί τους μέχρι που αντέχουμε να φτάσουμε και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε.

-       Να προσπαθούμε να φτιάχνουμε γέφυγες: τι κοινό έχουμε, τι ευχάριστο μπορούμε να κάνουμε μαζί, σε τι μπορούμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο;

Αν υπάρχει θέληση και από τις δύο πλευρές, τότε θα καταφέρουμε να φτιάξουμε μια λειτουργική σχέση και αυτό θα είναι προς ώφελος όλων.

Οι βαθμοί και η σημασία τους

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

«Τι βαθμό πήρες;» η μόνιμη ερώτηση στα χείλια των περισσότερων γονιών μόλις βλέπουν το παιδί τους μετά το σχολείο. Οι βαθμοί φαίνεται πως είναι εξαιρετικά σημαντικοί για τους γονείς σήμερα. Μάλιστα έχω ακούσει γονείς να αντιμετωπίζουν τους βαθμούς σαν μια υποχρέωση των παιδιών τους, ανάλογη με την υποχρέωση που έχουν εκείνοι να τα συντηρούν. «Εγώ φέρνω λεφτά στο σπίτι κι εσύ οφείλεις να παίρνεις καλούς βαθμούς», φαίνεται πως είναι το σκεπτικό πολλιών γονιών.

            Βέβαια, η πρόοδος στο σχολείο και ένα πτυχίο ανώτατης σχολής ανέκαθεν εθεωρούντο –και μέχρι κάποια στιγμή πραγματικά ήταν- μέσα κοινωνικής ανόδου. Για δεκαετίες οι γονείς έκαναν αιματηρές οικονομίες για να μπορέσουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους με την πεποίθηση πως αυτό θα τα βοηθούσε να «αποκατασταθούν» στη ζωή τους. Απομεινάρι της νοοτροπίας αυτής είναι και η εμμονή που έχουν πολλοί σύγχρονοι γονείς με τους βαθμούς.

            Και μιλάμε για πραγματική εμμονή. Οι περισσότεροι γονείς είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν πολλά χρήματα, να αφιερώσουν πολύ χρόνο και να βιώσουν πολλούς καυγάδες προκειμενου τα παιδιά τους να παίρνουν καλούς βαθμούς στο σχολείο. Απειλές, τιμωρίες, φωνές, βρισιές, συναισθηματικοί εκβιασμοί δίνουν και παίρνουν σε πολλά σπίτια στο κυνήγι του καλού βαθμού.

            Τόσο μεγάλη είναι η ενασχόληση πολλών γονιών με τους βαθμούς, που ένα από τα πιο συνηθισμένα παράπονα των παιδιών είναι ότι οι γονείς τους ενδιαφέρονται μόνο για τους βαθμούς που παίρνουν. «Το μόνο που τους νοιάζει είναι τι βαθμό θα πάρω,» μου έλεγε πρόσφατα μια κοπελίτσα 13 χρονών. «Δεν δίνουν δεκάρα πώς είμαι, αν κουράζομαι, αν στενοχωριέμαι...τίποτα.»

            Για τον γονιό φαίνεται πως ο καλός βαθμός σημαίνει πολλά: πως εκείνος τα καταφέρνει καλά ως γονιός, πως το παιδί του είναι επιτυχημένο ως παιδί, πως θα μπορέσει να σπουδάσει και να προχωρήσει καλά στη ζωή του.

            ‘Ομως, τι πραγματικά δείχνουν για το παιδί μας οι βαθμοί; Ας ξεκινήσουμε πρώτα με αυτό που δεν δείχνουν οι καλοί βαθμοί.

 

Οι καλοί βαθμοί δεν δείχνουν:

-       ότι το παιδί είναι έξυπνο. Υπάρχουν μέτριας νοημοσύνης παιδιά που παίρνουν καλούς βαθμούς επειδή προσπαθούν πολύ και υψηλής νοημοσύνης παιδιά που παίρνουν κακούς.

-       ότι το παιδί προσπαθεί πολύ. Υπάρχουν παιδιά που παίρνουν εύκολα καλούς βαθμούς και άλλα που ενώ πραγματικά προσπαθούν, δεν καταφέρνουν να τους πάρουν.

-       ότι το παιδί έχει καλό χαρακτήρα. Υπάρχουν άριστοι μαθητές με πολύ προβληματικό χαρακτήρα και το αντίστροφο.

-       ότι το παιδί θα γίνει επιτυχημένο στο μέλλον. Αντίθετα, συχνά κακοί μαθητές γίνονται επιτυχημένοι επαγγελματίες και το αντίστροφο.

 

Στην πραγματικότητα, οι καλοί βαθμοί δείχνουν ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:

-       Ότι το παιδί διαβάζει πολύ.

-       ‘Οτι το παιδί συγκεντρώνεται κι έτσι το διάβασμά του αποδίδει.

-       Ότι το παιδί έχει καλή μνήμη

-       Ότι το παιδί έχει καταφέρει να κερδίσει την συμπάθεια των καθηγητών

 

Ας εξετάσουμε όμως τώρα τις αρνητικές και τις θετικές επιδράσεις που έχουν οι καλοί βαθμοί στο παιδί.

 

Τι κακό κάνουν οι καλοί βαθμοί στο παιδί;

-       Του δημιουργούν άγχος: ένας καλός μαθητής αγχώνεται διαρκώς για να διατηρήσει ή να βελτιώσει κι άλλο τους βαθμούς του.

-       Του στερούν κάποια ανεμελιά: αντί να παίζει ή να χαζεύει, πρέπει να ασχολείται με τα μαθήματά του.

-       Ενίοτε, το απομονώνουν από συμμαθητές που το θεωρούν «φυτό».

 

Από την άλλη μεριά, τι καλό προσφέρουν οι καλοί βαθμοί στο παιδί; Του προσφέρουν:

-       μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Νιώθει πως ως μαθητής τα καταφέρνει καλά και αυτό βοηθάει την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή του.

-       Περισσότερες γνώσεις. Μαθαίνει περισσότερα πράγματα και αυτό διευρύνει την αντίληψή του για τον κόσμο.

-       Περισσότερες δυνατότητες ως προς τις σπουδές: έχει τη δυνατότητα να επιλέξει να σπουδάσει και να επιλέξει τη σχολή που θέλει.

 

            Αν αναλύσουμε έτσι τους βαθμούς και τι σημαίνουν για τη ζωή του παιδιού, θα συνειδητοποιήσουμε ότι ασφαλώς παίζουν σημαντικό ρόλο αλλά ίσως όχι αυτόν που εμείς νομίζουμε. Το άριστα δε σημαίνει πως εμείς είμαστε εκπληκτικοί γονείς και το παιδί μας το τέλειο παιδί – ακριβώς όπως ο κακός βαθμός δε σημαίνει ότι είμαστε αισχροί γονείς και το παιδί μας ένα κακό παιδί.

            Ασφαλώς, αξίζει τον κόπο ένας γονιός να ωθεί το παιδί του να παίρνει καλούς βαθμούς επειδή αυτοί δείχνουν ότι αποκτά πνευματικά εφόδια και του ανοίγουν περισσότερες επιλογές για το μέλλον του. ‘Ομως δεν αξίζει τον κόπο ο γονιός να έχει τέτοια εμμονή με τους βαθμούς ώστε να καταστρέφεται η σχέση γονιών και παιδιών, η οικογένειακή ζωή και η υγεία όλων.

            Ως γονείς, λοιπόν, ίσως θα έπρεπε να επιδιώκουμε να εμπνεύσουμε τα παιδιά μας να είναι καλοί μαθητές και όχι να τους το επιβάλλουμε με φωνές, τιμωρίες ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Οι καυγάδες και οι απειλές καταστρέφουν τη ζωή όλων μας και ταυτόχρονα κάνουν το παιδί να μισήσει το διάβασμα. ‘Ισως με την διαρκή πίεση πετύχουμε να αναγκάσουμε το παιδί μας να παίρνει καλούς βαθμούς (πιθανώς από φόβο), αλλά κατά βάθος θα έχουμε καταστρέψει τη σχέση μας μαζί του και θα του έχουμε προξενήσει μίσος για τα βιβλία και τη γνώση. Η πίεση μπορεί να αναγκάσει ένα μαθητή να πάρει άριστα αλλά δεν μπορεί να τον αναγκάσει να αγαπάει το διάβασμα. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά άριστοι μαθητές διαβάζουν ελάχιστα εξωσχολικά βιβλία και καίνε με μεγάλη ευχαρίστηση τα σχολικά βιβλία στο τέλος της χρονιάς.

            Πιο σημαντικό για το μέλλον του παιδιού από το άριστα είναι να μάθει να προσπαθεί, να έχει φιλομάθεια και να θέλει να προοδεύει. Και αυτό δεν το πετυχαίνουμε με τις φωνές αλλά με τη δημιουργία κινήτρου. Αντί να απειλούμε, να εκπαιδεύουμε. Αντί να απορρίπτουμε να ενθαρρύνουμε. Αντί να καταπιέζουμε, να εμπνέουμε. Αν θέλετε να εξασφαλίσετε ένα καλό μέλλον για το παιδί σας, ξεχάστε για λίγο τους βαθμούς και δοκιμάστε τα παρακάτω:

 

-       Καλλιεργήστε τη φιλομάθεια (είναι ωραίο να μαθαίνεις καινούρια πράγματα. Η γνώση είναι δύναμη).

-       Εξηγήστε την αξία της παιδείας (το σχολείο και το Πανεπιστήμιο σε εκπαιδεύουν για να μπορείς να φτιάξεις μια πιο ενδιαφέρουσα και ολοκληρωμένη ζωή).

-       Διακρίνετε την προσπάθεια από το αποτέλεσμα (μετράει η προσπάθεια ακόμα κι αν ο βαθμός είναι κακός).

-       Διδάξτε του να αξιοποιεί την αποτυχία (γίνεσαι πιο δυνατός, μαθαίνεις από τα λάθη σου).

-       Ενθαρρύνετε (όταν δυσκολεύεται, δώστε του κουράγιο).

-       Επιβραβεύστε (όταν πηγαίνει καλά, πείτε μπράβο).

Σχολικός εκφοβισμός: μήπως φταίω εγώ που το παιδί μου είναι θύμα;

 

Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc

Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος

 

 

«Ο Γιώργος έρχεται με μελανιές από το σχολείο....Δύο παιδιά από το άλλο τμήμα τον τρομοκρατούν...Φοβάται...Δεν ξέρω τι να κάνω...Εγώ φταίω που του έλεγα να μην χτυπάει και τον έκανα πολύ αδύναμο...»

            Πόσες φορές έχω ακούσει τέτοια λόγια από το στόμα μιας αγχωμένης μαμάς που αισθάνεται ατελείωτες ενοχές. Ενοχές γιατί δεν έμαθε τον Γιωργάκη να προστατεύει τον εαυτό του, γιατί δεν τον έκανε πιο βίαιο, γιατί δεν τον βοήθησε να κάνει φίλους, ενοχές για όλα.

            Φτάνουν πια οι ενοχές! Δεν φταίτε εσείς για τα πάντα. Είναι τελείως παράλογο να νιώθετε άσχημα γιατί δεν κάνατε το παιδί σας πιο βίαιο. Ως γονείς, εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας για να ζήσουν σε μια κοινωνία που υποτίθεται πως είναι πολιτισμένη. Ασφαλώς πρέπει να διδάξουμε στο παιδί μας να χρησιμοποιεί τον λόγο για να λύσει τα θέματά του και όχι την βια. Και αν το έχουμε καταφέρει αυτό, αν το παιδί μας σέβεται τους άλλους και τους φέρεται καλά, τότε μπράβο και σ΄εκείνο και σ΄εμάς. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι πρέπει να μετανιώσουμε γι΄αυτό μόνο και μόνο επειδή κάποιος άλλος γονιός δεν έχει διδάξει το ίδιο στο δικό του παιδί. Το γεγονός ότι ένα άλλο παιδί είναι βίαιο, δεν σημαίνει πως θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς το δικό μας βίαιο.

            Εξίσου παράλογο είναι να αναζητάμε στο παιδί μας τα χαρακτηριστικά που το έβαλαν στη θέση του θύματος. ‘Οσο κι αν το παιδί σας είναι ντροπαλό ή κλειστό ή οτιδήποτε άλλο, αυτό δεν δικαιολογεί ούτε νομιμοποιεί καμία βίαιη συμπεριφορά εναντίον του. ‘Οταν αρχίζουμε να ψάχνουμε ποιό χαρακτηριστικό του παιδιού μας ενισχύει την επιθετική συμπεριφορά του άλλου πιαδιού, είναι σαν να λέμε πως «φταίει» το θύμα και όχι ο θύτης. Βέβαια, στην ουσία δεν «φταίει» ούτε και ο θύτης, μια που και εκείνος είναι ένα μπερδεμένο παιδί.

            Η επιθετικότητα και η βία είναι έμφυτες τάσεις του ανθρώπου που δυστυχώς  ενισχύονται από την κοινωνία μας συστηματικά. Τα σημερινά παιδιά «διδάσκονται» την απόρριψη ή την βία από τις τανίες που βλέπουν, από τα παιχνίδια που παίζουν, από την κακή συμπεριφορά γονιών που φωνάζουν και χτυπούν, ακόμα και από την απορριπτική στάση κάποιων εκπαιδευτικών που τα προσβάλουν και τα τιμωρούν συχνά άδικα. Και παρόλο που πολλά παιδιά υφίστανται τέτοιες συμπεριφορές, έχουμε ως κοινωνία την απαίτηση να καταφέρουν μόνα τους να συγκρατηθούν για να μην τις αναπαράγουν. Φυσικά, τα παιδιά δεν διαθέτουν τέτοιον αυτοέλεγχο και γι΄αυτό βλέπουμε τόσο συχνά παιδιά να φέρονται άσχημα σε άλλα παιδιά.

            ‘Οταν λοιπόν στο περιβάλλον του Γιωργάκη υπάρχει ο Γιαννάκης  που έχει «διδαχθεί» να λειτουργεί βίαια, δεν είναι καθόλου παράξενο ότι ο Γιωργάκης μπορεί να γίνει το θύμα του. Φυσικά, την ευθύνη για την κατάσταση αυτή δεν την έχει ο Γιωργάκης (ή οι γονείς του), αλλά ο Γιαννάκης (και οι γονείς του): ο Γιαννάκης είναι που φέρεται άσχημα και ο Γιαννάκης είναι που πρέπει να μάθει να λειτουργεί καλύτερα.

             Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε εμείς είναι να βοηθήσουμε το Γιωργάκη να διαχειριστεί όσο το δυνατόν καλύτερα την κατάσταση. Και η καλή διαχείριση έχει δύο κομμάτια: α) να μην αφήσει τη συμπεριφορά του άλλου παιδιού να επηρεάσει την εικόνα του για τον εαυτό του β) να βρει τρόπο να προστατεύσει τον εαυτό του.

            Αν, λοιπόν, το παιδί σας υφίσταται κάποιου είδους απειλή ή εκφοβισμό, καλό θα ήταν να κάνετε μερικά από τα παρακάτω:

 

-       Ακούστε το: ακούσετε το παιδί χωρίς υποτιμητικά σχόλια και υπερβολές. Βοηθήστε το να περιγράψει την κατάσταση και να εκφράσει τα συναισθήματα του. Διαβεβαιώστε το ότι είστε μαζί του και θέλετε να κατανοήσετε τι συνέβη για να το βοηθήσετε να διαχειριστεί την κατάσταση με τον καλύτερο τρόπο.

-       Πείστε το ότι δεν φταίει: Τα περισσότερα παιδιά που έχουν βιώσει εκφοβισμό εκτός από φόβο αισθάνονται και ντροπή γιατί έχουν την αίσθηση πως τα ίδια κάτι δεν έκαναν καλά, πως φάνηκαν πολύ αδύναμα, πως οι συμμαθητές θα τα κοιτάζουν υποτιμητικά. Χρειάζεται λοιπόν να βοηθήσετε το παιδί σας να καταλάβει ότι δεν φταίει εκείνο, ότι το άλλο παιδί έχει μάθει να αντιδρά με βια ή να κοροϊδεύει και θα το κάνει έτσι κι αλλιώς όποτε βρίσκει ευκαιρία.

-       Αναλύστε μαζί του τα πιθανά αίτια της βίαιης συμπεριφοράς. Αν βοηθήσετε το παιδί σας να κατανοήσει τα κίνητρα και τα συναισθήματα του παιδιού που το εκφοβίζει, θα πάψει να βλέπει τον συμμαθητή του σαν σαν «τέρας», θα νιώσει πιο ισότιμο μαζί του, και θα μπορέσει να τον διαχειριστεί καλύτερα. Αναζητήστε λοιπόν μαζί του τα αίτια της βιας: ίσως το άλλο παιδί να θέλει να τραβήξει την προσοχή, ίσως έτσι έχει μάθει, ίσως έχει πολύ θυμό, κλπ. Βοηθήστε το παιδί σας να φανταστεί τι μπορεί να αισθάνεται το παιδί που το εκφοβίζει: ίσως νιώθει μόνο και δυστυχισμένο, ίσως κι εκείνο φοβάται αλλά κρύβει το φόβο του πίσω από τη μάσκα του σκληρού, κλπ.

-       Βοηθήστε το να βγει από ρόλο «θύματος». Τονίστε στο παιδί σας ότι έχει τουλάχιστον την ίδια δύναμη που έχει και το παιδί που το εκφοβίζει( αν όχι σωματική, πάντως πνευματική και κοινωνική δύναμη), και έχει επίσης εσάς με το μέρος του (ενώ πιθανότατα το παιδί που το εκφοβίζει δεν έχει κανέναν πραγματικά με το μέρος του). Πρέπει λοιπόν να βλέπει τον εαυτό του σαν ένα άτομο που μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του – και όχι σαν κάποιο ανήμπορο θύμα.

-       Δείξτε του πως είναι ευκαιρία για εκπαίδευση: Βοηθήστε το παιδί σας να καταλάβει ότι εφόσον στη ζωή υπάρχουν πάντα κάποιοι άνθρωποι που φέρονται άσχημα, τώρα είναι ευκαιρία να μάθει πως να προστατεύει τον εαυτό του. Ας δει την κατάσταση που βιώνει σαν μια προπόνηση για το μέλλον και ας πάρει τα πράγματα στα χέρια του.

-       Αναζητήστε μαζί του λύσεις: προσπαθήστε μαζί να βρείτε τρόπους να βελτιωθεί η κατάσταση (πχ. να μαζέψει κι άλλα παιδιά και μαζί να μιλήσουν στο παιδί που εκφοβίζει, να μιλήσετε εσείς στην μητέρα του παιδιού, να μιλήσετε στη διευθύντρια, κλπ).

 

Μην ξεχνάτε – σημασία δεν έχει τι σου έχει κάνει η ζωή, αλλά τι κάνεις εσύ με αυτό που σου έχει κάνει.