Η Λέσχη της Ευτυχίας - Ιδέες και Λύσεις

Η συγχώρεση και η προσφορά κάνουν καλό στην υγεία

 

Από την Σοφία Ανδρεοπούλου, M.Sc

Ψυχολόγο – Παιδοψυχολόγο

 

Οι γιορτές πλησιάζουν και μαζί τους έρχονται και όλα εκείνα που τυπικά γίνονται κάθε χρόνο γιατί «πρέπει» ή γιατί «είθισται»: η αγάπη προς όλους, η συγχώρεση, η προσφορά σε όσους έχουν ανάγκη. Τα παιδιά στα σχολεία θα μαζέψουν τρόφιμα ή παιχνίδια για τα ορφανά, και κάποιοι ενήλικες θα θυμηθούν την ηλικιωμένη γειτόνισσα που είναι μόνη, ή τον άνεργο που ζητιανεύει στο φανάρι. Θα κάνουμε λοιπόν όλοι τις «καλές μας πράξεις» (πιθανώς και για να μη νιώθουμε ενοχές που ξοδεύουμε τόσα χρήματα για δώρα και διασκεδάσεις) και όταν οι γιορτές περάσουν, θα επιστρέψουμε στον μικρόκοσμό μας. Θα συνεχίσουμε να θυμώνουμε με τους ίδιους ανθρώπους που καθόλου δεν τους έχουμε συγχωρέσει. Και θα ξεχάσουμε όλους εκείνους που έχουν ανάγκη με την «λογική» σκέψη πως θα έπρεπε το κράτος να φροντίζει για εκείνους και πως εμείς ήδη πιεζόμαστε πολύ – δεν μπορούμε να προσφέρουμε και σε άλλους.

Η συγχώρεση, ωστόσο, και η προσφορά, είναι δύο έννοιες που δεν θα έπρεπε να τις θυμόμαστε μόνο τα Χριστούγεννα και να τις ξεχνάμε την 1η Ιανουαρίου γιατί και οι δύο είναι εξαιρετικά ωφέλιμες για εμάς σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Ας δούμε το γιατί.

Η συγχώρεση: μια παρεξηγημένη έννοια

Όταν κάποιος μας βλάψει προφανώς όλοι βιώνουμε απογοήτευση, θλίψη ή οργή. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι μοιάζουν να κολλούν στα συναισθήματα αυτά για χρόνια, ακόμα κι αν έχουν βγάλει από τη ζωή τους το άτομο που φταίει. Τα συναισθήματα αυτά όμως τους βλάπτουν συχνά περισσότερο απ’ όσο τους είχε βλάψει η αρχική πράξη του «φταίχτη».

Σε πολλές έρευνες καταδεικνύεται ότι η διαρκής οργή προξενεί ποικίλα ψυχοσωματικά προβλήματα και θέματα υγείας, πέρα από το προφανές γεγονός ότι χαλάει τη διάθεσή μας και δυσκολεύει τις σχέσεις μας. Έτσι, αν κάποιος μου κάνει κακό και εγώ συνεχίσω για καιρό να κουβαλάω την οργή μέσα μου, είναι σαν να βλάπτω και εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου.

Πολλοί άνθρωποι βέβαια θυμώνουν και μόνο στην ιδέα να συγχωρέσουν κάποιον που τους έβλαψε θεωρώντας πως έτσι είναι σαν να τον απαλλάσσουν από την ενοχή. «Άλλωστε», λένε, «πρέπει να ζητήσει συγγνώμη για να τον συγχωρέσω. Αφού δεν έχει παραδεχτεί το λάθος του, τότε πώς να τον συγχωρέσω;»

Και όμως - το να συγχωρέσεις τον άλλο δεν έχει πραγματικά σχέση με τον άλλο. Έχει σχέση μόνο με σένα. Δεν τον συγχωρείς επειδή εκείνος ζήτησε συγνώμη ή κατάλαβε το λάθος του. Τον συγχωρείς επειδή εσύ κατάλαβες πως δεν αξίζει να δαπανάς άλλη ενέργεια για εκείνον. Δεν τον συγχωρείς για να κάνεις καλό σε εκείνον - τον συγχωρείς για να κάνεις καλό σε σένα.

Αν εξακολουθώ για πολύ καιρό να ασχολούμαι με το άτομο που με έβλαψε, τότε του δίνω κι άλλο χρόνο από τη ζωή μου. Μου έκανε το κακό που μου έκανε στο παρελθόν και τώρα του δίνω την ευκαιρία να μου κάνει κι άλλο κακό γιατί επιτρέπω στην ανάμνηση του να καταστρέφει το παρόν μου. Όταν δεν τον συγχωρώ, ουσιαστικά βλάπτω τον εαυτό μου γιατί μένω προσκολλημένος στο παρελθόν αντί να ζω το παρόν. 

 

 

 

Όταν δεν συγχωρώ:

-Κουβαλάω μόνιμα ένα βάρος

-Καθηλώνομαι στο παρελθόν και χάνω μεγάλο μέρος από το παρόν.

-Αφήνω το αρνητικό κομμάτι του παρελθόντος να υπερκαλύψει το θετικό.

-Εγκλωβίζω ενέργεια και χρόνο να ασχολούμαι με κάτι που δεν μπορώ πια να αλλάξω αφού έχει ήδη γίνει.

-Οι αρνητικές σκέψεις και τα αρνητικά συναισθήματά μου αλλοιώνουν τον τρόπο που βλέπω τη ζωή και το μέλλον. Είναι πιθανότερο να πάρω εσφαλμένες αποφάσεις, να κάνω σπασμωδικές ενέργειες ή να κολλήσω σε έμμονες ιδέες.

 

Όταν συγχωρώ:

-Δείχνω στον εαυτό μου (πιθανώς και στους άλλους) ότι είμαι τόσο δυνατός ώστε να ξεπεράσω την κακή συμπεριφορά του άλλου. 

-Απελευθερώνομαι από τα βάρη και τις εκκρεμότητες του παρελθόντος.

-Αφήνω το παρελθόν στο παρελθόν και ζω το παρόν.

-Διδάσκομαι από τα άσχημα πράγματα που μου συμβαίνουν και γίνομαι έτσι πιο δυνατός και πιο σοφός.

-Λειτουργώ με μεγαλύτερη ανθρωπιά, αποδεχόμενος τους ανθρώπινους περιορισμούς (του άλλου και τους δικούς μου).

-Δίνω την ευκαιρία στον εαυτό μου να θυμάται και τα θετικά (όχι μόνο τα αρνητικά) του παρελθόντος μου και έτσι νιώθω καλύτερα στο παρόν.

 

Η προσφορά: το καλύτερο φάρμακο

 

Η προσφορά στον συνάνθρωπο δεν είναι απλώς μια επιταγή της θρησκείας μας – είναι ένα αληθινό φάρμακο που μας ευεργετεί ποικιλοτρόπως. Πολλές έρευνες τις τελευταίες δεκαετίες καταδεικνύουν την τεράστια αξία της προσφοράς γενικά και ειδικότερα του εθελοντισμού στην ψυχική και σωματική υγεία.

Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα πολλών ερευνών για την επίδραση του εθελοντισμού στην υγεία οι Γουίλσον και Μούσικ του Πανεπιστημίου του Ντιουκ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο εθελοντισμός μειώνει τα προβλήματα υγείας και απομακρύνει την πιθανότητα θανάτου επειδή: ενισχύει την αυτοεκτίμηση, δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι κανείς χρήσιμος και αποτελεσματικός, και τονώνει τους κοινωνικούς δεσμούς. Όλοι αυτοί οι παράγοντες βοηθούν το άτομο που προσφέρει να νιώθει καλύτερα και ρίχνουν το επίπεδο του στρες, πράγμα που ενισχύει  το ανοσοποιητικό  σύστημα και συμβάλλει έτσι σε καλύτερη υγεία.

Μια άλλη πρόσφατη έρευνα διεξήχθη από την δρα Φαΐζα Ταμπάσουμ και τους συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον. Οι ερευνητές αυτοί, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό “British Medical Journal Open”, ανέλυσαν στοιχεία για πάνω από 66.300 άτομα, εκ των οποίων το ένα πέμπτο (21%) συμμετείχε τακτικά ή περιστασιακά σε κάποια εθελοντική δράση.

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν ότι άσχετα με την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, την οικογενειακή κατάστασή τους ή το εισόδημά τους, όσοι έκαναν εθελοντισμό, είχαν μεγαλύτερη ψυχική/συναισθηματική ικανοποίηση σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν έκαναν κάτι ανάλογο. Όσο πιο συχνά έκανε κάποιος εθελοντισμό, τόσο πιο καλά ένιωθε, ενώ αντίθετα το χειρότερο «σκορ» ψυχικής ικανοποίησης είχαν όσοι δεν είχαν κάνει ποτέ εθελοντισμό.

Οι ερευνητές σχολιάζουν ότι όσοι προσφέρουν εθελοντική εργασία, συχνά έχουν μεγαλύτερο δίκτυο φιλικών και κοινωνικών επαφών, αλλά επίσης μεγαλύτερο «πρεστίζ» και επιρροή στον περίγυρό τους, ενώ αισθάνονται ότι έχουν κι ένα σκοπό στη ζωή τους. Γι’ αυτό άλλωστε ο εθελοντισμός βοηθάει πολύ και τα πιο ηλικιωμένα άτομα να νιώσουν καλύτερα και να έχουν καλύτερη υγεία.

 

Όταν προσφέρω: 

•Η  καθημερινότητά μου έχει κάποιο νόημα.

•Νιώθω χρήσιμος

•Νιώθω ότι είμαι σε αρκετά καλή θέση σε σχέση με κάποιον άλλο.

•Νιώθω ότι είμαι ενεργητικός και επηρεάζω το περιβάλλον μου.

•Κάνω γνωριμίες και νέους φίλους

•Αφήνω λίγο στην άκρη τα δικά μου προβλήματα και ασχολούμαι με κάποιον άλλο.

•Προσφέρω στον εαυτό μου μια πιο γεμάτη ζωή.

 

      Φέτος λοιπόν ας κάνουμε στον εαυτό μας αυτά τα δύο μεγάλα δώρα: ας βγάλουμε από τη ζωή μας εκείνους που μας έβλαψαν και ας βάλουμε στη ζωή μας εκείνους που μας χρειάζονται. Η ζωή μας έτσι θα είναι πολύ πιο ικανοποιητική και η υγεία μας (ψυχική και σωματική) πολύ καλύτερη. Και ας μην το κάνουμε αυτό μόνο τα Χριστούγεννα γιατί έτσι «πρέπει» - ας το κάνουμε όλο το χρόνο γιατί μας κάνει καλό! Σε όλους μας κάνει καλό!

Η υγεία μας και το παιχνίδι της χαράς

 

Απο την Σοφία Ανδρεοπούλου

Ψυχολόγο - Παιδοψυχολόγο

 

 

Στάση ζωής: το θεμέλιο για υγεία και ευτυχία

 

Η υγεία είναι πολύ σημαντική για όλους. «Υγεία πάνω απ’ όλα» λένε συχνά. Και πολλοί αφιερώνουν χρόνο και χρήματα για να φροντίσουν την υγεία τους – σε γιατρούς, φάρμακα, εξετάσεις. Κι ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι ξεχνούν έναν παράγοντα εξαιρετικά σημαντικό για την υγεία: την ψυχολογική τους κατάσταση.

‘Οχι μόνο η κοινή λογική, αλλά και πολλές επιστημονικές έρευνες καταδεικνύουν τη σχέση ανάμεσα στην ψυχολογική μας κατάσταση και τη σωματική μας υγεία. ‘Οταν νιώθουμε άσχημα, εκκρίνονται στον εγκέφαλο ουσίες που επηρεάζουν τη λειτουργία του σώματος. Επιπλέον, το χρόνιο άγχος μειώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, πράγμα που μας καθιστά πιο ευάλλωτους απέναντι σε διαφόρων ειδών παθήσεις.

Η ψυχολογική μας κατάσταση, όμως, επηρεάζεται πολύ από τη στάση που έχουμε, από τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και την ίδια τη ζωή. Η στάση αυτή είναι μια εσωτερική οπτική γωνία που διαμορφώνεται στην παιδική μας ηλικία και συνήθως την κουβαλάμε αμετάβλητη σε όλη μας τη ζωή. Είναι σαν ένα φίλτρο που μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο με ένα ορισμένο τρόπο - αρνητικό ή θετικό. 

Ας μην ξεχνάμε πως σχεδόν στα πάντα υπάρχει και θετική και αρνητική πλευρά. Καθένας μας αποκτά νωρίς στη ζωή του, την τάση να αντιλαμβάνεται περισσότερο, να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη μια από τις δύο αυτές πλευρές.

Το άτομο που έχει αρνητική στάση ζωής, φοράει μαύρα γυαλιά και βλέπει πιο έντονα την αρνητική πλευρά στο κάθετι, βλέπει το ποτήρι μισοάδειο. Τα μαύρα του γυαλιά τον κάνουν να αντιλαμβάνεται το χειρότετρο στο παρόν και να περιμένει το χειρότερο από το μέλλον.

Από την άλλη μεριά, αν έχω μια θετική στάση, αντιλαμβάνομαι περισσότερο τη θετική πλευρά στα πάντα κι έτσι βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο. Τα εσωτερικά μου γυαλιά μου δείχνουν έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο συμβαίνουν καλά πράγματα, στον οποίο υπάρχουν θετικές εξελίξεις..

 

Ο θετικός και ο αρνητικός άνθρωπος

 

Ανάλογα με την εσωτερική τους στάση, λοιπόν, διακρίνουμε τους ανθρώπους σε θετικούς ή αρνητικούς.

 

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει κυρίως το πρόβλήμα – ο θετικός τη λύση.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει περισσότερο αυτό που του λείπει – ο θετικός αυτό που έχει.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει τι μπορεί να πάει στραβά – ο θετικός τι μπορεί να πάει καλά.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει το κομμάτι που δεν λειτουργεί – ο θετικός αυτό που λειτουργεί.

Ο αρνητικός άνθρωπος βλέπει τι του έχουν κάνει – ο θετικός βλέπει τι μπορεί ο ίδιος να κάνει

 

‘Ετσι τελικά ο θετικός άνθρωπος βιώνει λιγότερο αρνητικά τα άσχημα που του συμβαίνουν, συνέρχεται πιο γρήγορα, και έχει μια δυναμική στάση που τον ωθεί να βρίσκει λύσεις. Καθώς νιώθει λιγότερα αρνητικά συναισθήματα και λιγότερο άγχος, έχει καλύτερη σωματική υγεία. ‘Εχει γενικά καλύτερη διάθεση, μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα, και λειτουργικότερες αντιδράσεις στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος.

 

Και όμως, η στάση ζωής αλλάζει: Το Παιχνίδι της Χαράς

 

Αλλάζει η στάση ζωής, πιθανώς αναρωτιέστε; Αν συνειδητοποιήσω ότι είμαι αρνητικός άνθρωπος, τι μπορώ να κάνω για να αλλάξω τα γυαλιά με τα οποία βλέπω τον κόσμο;

Ασφαλώς και αλλάζει, απαντούν οι ειδικοί. Η στάση ζωής είναι κάτι που έχω μάθει – όπως το έμαθα, μπορώ και να το «ξεμάθω». ‘Η, καλύτερα, μπορώ να μάθω κάτι άλλο, κάτι πιο λειτουργικό που θα συμπληρώσει αυτό που ήδη ξέρω. ‘Οπως «διδάχτηκα» από το περιβάλλον μου να βλέπω αρνητικά τα πράγματα, έτσι μπορώ να «διδάξω» τον εαυτό μου να τα βλέπει θετικά. Αρκεί να αποφασίσω να δουλέψω συστηματικά πάνω σε αυτό τον στόχο. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το κάνω αυτό – είτε μόνος μου, είτε με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας.

‘Ενας τρόπος που έχει λειτουργήσει πολύ για μένα, είναι το παιχνίδι της χαράς. Το παιχνίδι της χαράς –που το έπαιζε η Πολυάννα, η ηρωιδα ενός βιβλίου που διάβασα όταν ήμουν παιδί- είναι πολύ απλό: προσπαθείς σε κάθετι που σου συμβαίνει να βρεις τη θετική πλευρά. Βλέπεις και βιώνεις την αρνητική πλευρά αλλά μετά εστιάζεις την προσοχή σου στη θετική. Έτσι βρίσκεις πάντα κάτι που θα σε παρηγορήσει και θα σου δώσει κάποια χαρά.  

Παίρνεις, για παράδειγμα, μια κλήση για παράνομο παρκάρισμα, και σκέφτεσαι «ευτυχώς που δεν μου πήραν τις πινακίδες.» ‘Ερχεται ένας τεράστιος ΕΝΦΙΑ και σκέφτεσαι «ευτυχώς που έχω σπίτι να μένω κι ας πληρώνω φόρους». Σε απολύουν από τη δουλειά και σκέφτεσαι «τώρα θα έχω περισσότερο χρόνο με το παιδί μου».

Σας φαίνονται παρατραβηγμένα όλα αυτά; Κι όμως, δεν είναι. Είναι σκέψεις που κάποιοι άνθρωποι τις κάνουν, νιώθουν καλύτερα και διαχειρίζονται καλύτερα τη ζωή τους. Γιατί να μην τις κάνουμε κι εμείς;

Ασφαλώς, θέλει χρόνο και επανάληψη για να λειτουργήσει το παιχνίδι της χαράς. Δείτε το σαν να μαθαίνετε μια ξένη γλώσσα. Αγοράστε ένα τετράδιο και όποτε συμβαίνει κάτι που σας αναστατώνει, προσπαθήστε να βρείτε κάτι θετικό ή έστω παρηγορητικό και να το σημειώσετε. Στην αρχή θα χρειαστεί να πιεστείτε πολύ για να βρείτε κάτι. Σταδιακά όμως, το μυαλό σας θα εκπαιδευτεί και θα αρχίσετε πραγματικά να αισθάνεστε τη διαφορά.

  Πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο να κάνετε την προσπάθεια αυτή. Το Παιχνίδι της Χαράς θα σας βοηθήσει να ξεπεράσετε πιο γρήγορα τη θλίψη και την απογοήτευση. Θα μειώσει το άγχος σας και θα τονώσει έτσι το ανοσοποιητικό σας σύστημα. Θα βελτιώσει τις σχέσεις σας. Θα κάνει πιο ικανοποιητική τη ζωή σας και θα σας βοηθήσει να τη χαίρεστε περισσότερο. Είναι στο χέρι σας να επιλέξετε μια καλύτερη στάση. Στο κάτω-κάτω «δεν έχει σημασία τι σου έχει κάνει η ζωή, αλλά τι κάνεις εσύ με αυτό που σου έχει κάνει».

Συγκατοίκηση με τον παπού ή τη γιαγιά: η μεγάλη πρόκληση

                                         Από τη Σοφία Ανδρεοπούλου

                               Ψυχολόγο – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

 

 

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν ανέκαθεν πηγή στήριξης για τους γονείς στην Ελλάδα, ακριβώς όπως και τα παιδιά ή τα εγγόνια συνήθως στηρίζουν τους ηλικιωμένους γονείς ή παπούδες. Η συχνά αναγκαστική αυτή αλληλεξάρτηση έχει πολλά ωφέλη για όλους αλλά προξενεί και πολλά προβλήματα. Οι καυγάδες και οι εντάσεις σε πολλά σπίτια είναι καθημερινό φαινόμενο, πράγμα αναμενόμενο αφού μιλάμε για διαφορετικές γενιές με άλλες νοοτροπίες και απωθημένα που πρέπει να συννενοηθούν και να συνεργαστούν. Συχνά, καθένας κατηγορεί ή υποννομεύει τον άλλο και όλοι γίνονται δυστυχισμένοι.

 

Πώς πιθανώς αισθάνεται ο πατέρας ή η μητέρα;

 

Ο ενήλικος που στρέφεται στους γονείς τους για βοήθεια συχνά αισθάνεται σαν να ξαναέγινε παιδί – και συχνά αντιδρά ως παιδί. Αισθάνεται κάπως έτσι: «’Αδικα έκανα τόση προσπάθεια τόσα χρόνια. Ξαναβρίσκομαι εκεί απ’ όπου ξεκίνησα και πάλι μου φέρεται σαν να είμαι παιδί. Με υποννομεύει και με μειώνει μπροστά στο παιδί μου και δεν μπορώ να πω κάτι για να μη γίνει χαμός. Επειδή τον/την χρειάζομαι, πρέπει να γίνεται πάντα το δικό του/της; Δε βλέπει πως έτσι κάνει κακό και σε μένα και στο παιδί;»

 

Πώς συχνά αισθάνεται ο παππούς ή η γιαγιά;

 

Από την άλλη μεριά, ο παππούς ή η γιαγιά που επιστρατεύεται για να βοηθήσει το παιδί και το εγγόνι, συχνά νιώθει πίεση και παράπονο γιατί θεωρεί πως υφίσταται άδικα διαρκή κριτική για τον τρόπο που φέρεται στο εγγόνι. Συνήθως αισθάνεται κάπως έτσι: «Τόσα χρόνια έκανα τα πάντα για εκείνην (ή εκείνον), τώρα πάλι βοηθάω όσο μπορώ κι αυτή είναι όλο νεύρα. Δεν είναι ποτέ ευχαριστημένη γιατί τάχα κακομαθαίνω το παιδί. Αν δεν της αρέσει, γιατί δεν τα κάνει μόνη της;»

 

Πώς συνήθως αισθάνεται το παιδί/εγγόνι

 

Το παιδί/εγγόνι βρίσκεται ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Συχνά νιώθει πως πρέπει να πάρει το μέρος κάποιου, αλλά μπλέκεται για το ποιός έχει δίκιο και ποιός όχι.  Επιπλέον, νιώθει ανασφάλεια επειδή καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν σαφή και σταθερά όρια και πως οι ενήλικες γύρω του λειτουργούν ανώριμα. Στο τέλος, καταλήγει να μην εμπιστεύεται και να μην σέβεται κανένα.

            Είναι πιθανό να αισθάνεται: «Με έχουν τρελάνει με τους καυγάδες τους. Αυτοί είναι περισσότερο παιδιά από μένα. ‘Ο,τι κι αν κάνω, κάποιος ενοχλείται – δεν ξέρω ποιά τι να κάνω, τι είναι σωστό, ποιός έχει δίκιο. Κανείς δε σκέφτεται εμένα – σκέφτονται μόνος πώς θα κάνουν το δικό τους. Είμαι μόνος και κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει.»

 

Τι θα μπορούσε να κάνει ο γονιός για να είναι καλύτερα τα πράγματα

 

Παρά τις δυσκολίες που η κατάσταση αυτή εννέχει, έχει και πολλά ωφέλη – και μάλιστα όχι μόνο οικονομικά. Είναι μια ευκαιρία για τους ενήλικους να επιλύσουν συναισθηματικές εκκρεμότητες από το παρελθόν και για τα παιδιά να εκπαιδευτούν στην αλληλοϋποστήριξη, στη δημιουργική διαφωνία, στην εξεύρεση λύσεων. Ο γονιός που στρέφεται στον παππού ή στη γιαγιά για βοήθεια έχει την ευθύνη να διαχειριστεί έτσι την κατάσταση ώστε όλοι να ωφεληθούν από αυτή. Να μερικά πράγματα που θα μπορούσε να κάνει:

 

  • Να δει θετικά την κατάσταση: «είναι καλό που έχω κάποιον να στηριχτώ. Είναι ευκαιρία να λύσω κάποια θέματα με τους γονείς μου ή να τα αποδεχτώ. Είναι ευκαιρία να διδάξω στο παιδί μου σημαντικά πράγματα, όπως ότι στην οικογένεια βοηθάμε ο ένας τον άλλο, ή ότι μπορεί να διαφωνούμε αλλά αγαπιόμαστε. Επίσης, είναι ευκαιρία να μάθει πώς ζούσαν και τι πίστευαν παλιότερες γενιές.»
  • Να λύσει ή έστω να αποδεχτεί δικά του απωθημένα με τους δικούς του γονείς.
  • Να λειτουργεί σαν ενήλικος: Πρέπει να δει τον εαυτό του ως ώριμο και υπεύθυνο ενήλικο που θα βρει λύσεις στα προβλήματα – έστω κι αν οι γονείς του του φέρονται σαν να είναι παιδί.
  • Να κάνει οικογενειακά συμβούλια με τους παππούδες για το παιδί/εγγόνι όπου θα συζητάνε τι είναι καλύτερο για το παιδί. Σε αυτά να τονίζει ότι αφού όλοι αγαπούν το παιδί, το ζήτημα δεν είναι να επιβληθεί ο ένας στον άλλο αλλά μαζί να βρίσκουν λύσεις που θα κάνουν καλό στο παιδί. Να λέει τα επιχειρήματά του αλλά να ακούει και τις απόψεις των παππούδων.
  • Να αποδεχτεί κάποιο βαθμό διαφωνιών και παρεκκλίσεων: προφανώς αποκλείεται να συμφωνήσουν σε όλα. Αν καταφέρουν να έχουν ένα κοινό πλαίσιο λειτουργίας, αυτό θα είναι μεγάλη επιτυχία, οπότε δεν πειράζει αν υπάρχουν μικρές παρεκκλίσεις από τα συμφωνημένα.
  • Να μην λέει ή υποννοεί κάτι αρνητικό που αφορά στο δικό του μεγάλωμα (πχ.«μην κάνεις στο παιδί τα λάθη που έκανες με μένα»). Αυτό απλώς θα κάνει τον παπού ή τη γιαγιά  να νιώσει άσχημα και θα αποκλείσει την πιθανότητα συνεννόησης.
  • Να τονίζει συχνά ότι εκτιμάει τη βοήθεια που παίρνει και ότι υπολογίζει τις απόψεις του παππού ή της γιαγιάς.
  • Να κάνει σαφές σε όλους (όχι με φωνές και καυγάδες αλλά με ήρεμη, σταθερή στάση) ότι την τελική ευθύνη για το παιδί την έχει εκείνος.
  • Να εξηγήσει στο παιδί γιατί επιμένει στους κανόνες ή το πρόγραμμα που βάζει, ακόμα κι αν η γιαγιά ή ο παππούς τα υποννομεύουν. ‘Οταν το παιδί κατανοήσει τους λόγους που το κάνει η μαμά και τους λόγους που αντιδρά αλλιώς η γιαγιά, τότε δεν θα βγάζει λάθος συμπεράσματα για την κατάσταση.
  • Να δείξει στο παιδί ότι υπάρχουν διαφορές και διαφωνίες, πράγμα απολύτως φυσιολογικό, αλλά ότι υπάρχει επίσης αγάπη και αλληλοϋποστήριξη.

 

Γενικά, η καλύτερη στάση πιθανότατα είναι κάτι σαν: «πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να μην ακυρώνουμε ο ένας τον άλλο. Πρέπει να σκεφτούμε μαζί τι είναι καλύτερο για το παιδί. Είναι προς το συμφέρον όλων να καταφέρουμε να ζήσουμε καλά όλοι μαζί.»

  

«Παιδί είναι – δεν καταλαβαίνει». Τι καταλαβαίνουν τελικά τα παιδιά και τι κάνουμε εμείς γι΄αυτό;

                                       Από τη Σοφία Ανδρεοπούλου

                               Ψυχολόγο – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

 

Πόσο αντιφατικοί είμαστε αλήθεια εμείς οι γονείς! Από τη μια λέμε «παιδί είναι – δεν καταλαβαίνει» και από την άλλη «τα παιδιά καταλαβαίνουν τα πάντα». Τι ισχύει τελικά;

            Στην ερώτηση τι καταλαβαίνει ένα παιδί, η απάντηση είναι «εξαρτάται». Εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, τον χαρακτήρα του και το θέμα. ‘Αλλα πράγματα μπορεί να κατανοήσει ένα παιδάκι 4 ετών και άλλα ένας έφηβος 11 χρονών.

            Ωστόσο, έχει διαπιστωθεί σε σχετικές έρευνες ότι οι γονείς σπάνια μπορούν να προβλέψουν σωστά τι θα καταλάβει το παιδί τους σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Φαίνεται πως συχνά οι γονείς είναι τόσο κοντά, τόσο «ταυτισμένοι» με το παιδί τους που δεν καταφέρνουν να το δουν σαν ξεχωριστό άτομο. ‘Ετσι, δεν αξιολογούν πάντα σωστά τις αντιληπτικές του δυνατότητες και δυσκολεύονται να προβλέψουν τι θα αντιληφθεί το παιδί τους για ένα ζήτημα.

            Το μόνο σίγουρο είναι ότι το παιδί, ακόμα και το πολύ μικρό ή το χαμηλής νοημοσύνης παιδί, «πιάνει» τον συναισθηματικό τόνο και την ατμόσφαιρα γύρω του. Αν έχουμε ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα που μας αγχώνει, το παιδί μπορεί, ακόμα κι αν του το εξηγήσουμε, να μην κατανοήσει όλες τις λεπτομέρειες. Σίγουρα όμως θα νιώσει την έντασή μας ή τη στενοχώρια μας.

            Το παιδί, όσο μικρό κι αν είναι διαισθάνεται τα συναισθήματα των γύρω του, βλέπει τις εκφράσεις και τις αντιδράσεις τους, ακούει τον τόνο της φωνής τους. Το δίχρονο παιδάκι που θα δει μια μαμά να φωνάζει, νιώθει στο πετσί του την ένταση της και του προξενεί στρες, παρόλο που μπορεί ακόμα να μην ξέρει καν τη λέξη «θυμός» και επομένως να μην μπορεί να σκεφτεί «η μαμά είναι θυμωμένη».

            Ως γονείς, λοιπόν, θα έπρεπε να μας απασχολούν δύο σχετικά ερωτήματα. Κατ΄αρχήν τι καταλαβαίνει το παιδί ως προς τις λεπτομέρειες ενός πραγματικού συμβάντος (είτε πρόκειται για ένα γεγονός, είτε για μια συζήτηση, για σχόλια που κάνουμε, κλπ.) Κατά δεύτερο, τι αισθάνεται το παιδί βιώνοντας το συναισθηματικό φορτίο του συμβάντος αυτού.

            ‘Ενα παιδί οκτώ ετών μπορεί να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς σημαίνει απόλυση, καρκίνος ή θάνατος. Διαισθάνεται όμως ότι κάτι άσχημο συμβαίνει και ότι εμείς νιώθουμε άσχημα γι αυτό. Και χρειάζεται τη βοήθεια μας για να επεξεργαστεί αυτό που αισθάνεται. Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ως γονείς: το παιδί μας χρειάζεται για να το βοηθήσουμε να  ονομάσει κάπως και να εκφράσει τα δυσάρεστα συναισθήματα που βιώνει όταν κάτι άσχημο συμβαίνει. Μόνο του δεν είναι σε θέση να το κάνει και αν δεν το κάνει, τα συναισθήματα αυτά θα παραμείνουν μπερδεμένα μέσα του και θα το μπλοκάρουν.

            Από την άλλη μεριά,.συχνά τα παιδιά ακούν κάποιες συζητήσεις ή νιώθουν την ένταση στην ατμόσφαιρα και βγάζουν εσφαλμένα συμπεράσματα για το τι συμβαίνει τα οποία μπορούν να τα αγχώσουν χωρίς λόγο. Ο γονιός μπορεί να γυρίσει εκνευρισμένος από την εφορία και να πει κάτι πολύ βαρύ του τύπου «θα πάθω εγκεφαλικό στο τέλος» χωρίς να εννοεί βέβαια πραγματικά ότι θα το πάθει. Το παιδί που το ακούει όμως είναι πιθανό να νομίζει ότι πραγματικά συμβαίνει κάτι πολύ κακό και ότι ο πατέρας του μπορεί να αρρωστήσει.

            Το τρομερό είναι ότι αν ένα παιδί βγάλει λάθος συμπέρασμα για το πρόβλημα που βιώνει ο γονιός, είναι πιθανό να μην μιλήσει ποτέ γι΄αυτό καθαρά προκειμένου να μην στενοχωρήσει τον γονιό. ‘Ετσι η παρεξήγηση δεν θα λυθεί ποτέ και το παιδί  θα μείνει μόνο του να διαχειριστεί αυτό που νομίζει ότι συμβαίνει.

            Καλό θα ήταν, λοιπόν, να έχουμε πάντα κατα νου ότι το παιδί μας αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα από όσα συμβαίνουν αλλά δεν ξέρουμε ποιά ακριβώς και με τι τρόπο. Για τον λόγο αυτό πρέπει να επιλέγουμε συνειδητά τι θεωρούμε σωστό να μάθει το παιδί και τι όχι.

            Αν συμβαίνει κάτι που για κάποιο λόγο επιλέγουμε να το κρύψουμε από το παιδί, τότε καλό θα ήταν πραγματικά να το κρύψουμε. ‘Οχι να αφήνουμε το παιδί να ακούει μισόλογα, να μας βλέπει «κάπως» αλλά να παριστάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Η στάση αυτή είναι πολύ επικίνδυνγη και μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο παιδί. Αν το παιδί καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά κι εμείς επιμένουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα, θα βγάλει λάθος συμπεράσματα, δεν θα μας εμπιστεύεται, θα αμφιβάλλει για την αντιληπτική του ικανότητα, και θα έχει μια συναισθηματική φόρτιση που δεν θα ξέρει τι να την κάνει.

            Ωστόσο, καλό θα ήταν ως γονείς να μην κρυβόμαστε πίσω από το μικρό μας δαχτυλάκι. ‘Οταν συμβαίνει κάτι άσχημο, το παιδί το νιώθει. Είναι προτιμότερο να μιλήσουμε καθαρά γι΄αυτό, με τρόπο που ταιριάζει στην ηλικία και τη νοημοσύνη του παιδιού. Να παρουσιάσουμε τη δυσάρεστη αλήθεια μέσα σε ένα θετικό πλαίσιο του τύπου «θα τα καταφέρουμε», και να το βοηθήσουμε να εκφράσει τα συναισθήματά και τις απορίες του. Να το καθησυχάσουμε ρεαλιστικά (όχι με ψεύτικες υποσχέσεις) και να το ενθαρρύνουμε. ‘Ετσι μέσα από την άσχημη κατάσταση που όλοι βιώνουμε, θα διδάξουμε στο παιδί μας κάποια πολύτιμα πράγματα όπως ότι είμαστε μαζί στα δύσκολα, ότι αντέχουμε, ότι μπορούν τα πράγματα να γίνουν καλύτερα.

 

 

Διαζύγιο: μια ευκαιρία να διδάξουμε πολύτιμα μαθήματα στα παιδιά μας

 
                                        Από τη Σοφία Ανδρεοπούλου
                             Ψυχολόγο – Οικογενειακή Θεραπεύτρια


    Διαζύγιο. Η λέξη ακούγεται ηχηρή και βαριά. Μικροί και μεγάλοι φοβόμαστε το διαζύγιο. Το διαζύγιο αναμφίβολα συνεπάγεται πόνο, μεγάλες αλλαγές, δύσκολες προσαρμογές.
    Ωστόσο, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: αυτό που επηρεάζει περισσότερο το παιδί δεν είναι απλώς το τί συμβαίνει αλλά το πώς συμβαίνει. Το διαζύγιο είναι ασφαλώς οδυνηρό επειδή το παιδί δεν θα ζει πια με κάποιον από τους γονείς του. Από εκεί και πέρα όμως, τα υπόλοιπα αρνητικά που θα βιώσει το παιδί, δεν οφείλονται τόσο στο ίδιο το διαζύγιο όσο στον πολύ κακό τρόπο με τον οποίο συνήθως οι γονείς  λειτουργούν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το διαζύγιο. Η ανώριμη συμπεριφορά που συχνά εμείς οι ενήλικες επιδεικνύουμε μεταξύ μας είναι που κάνει το μεγάλο κακό στο παιδί, όχι το ίδιο το διαζύγιο.
    Αν ένα ζευγάρι δεν μπορεί να ζήσει καλά μαζί, είναι προτιμότερο να χωρίσει – το ζήτημα είναι πώς θα το κάνει έτσι ώστε να μη βλάψει το παιδί του. Πολλές έρευνες τα τελευταία χρόνια καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η χειρότερη απόρροια για το παιδί από ένα διαζύγιο δεν είναι τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνει στην αρχή – αυτά σιγά-σιγά θα αμβλυνθούν. Εκείνο που μένει μέσα του και πάντα θα επηρεάζει τη ζωή του είναι αυτό που μαθαίνει από τους γονείς του για τις σχέσεις.
    Ο γονιός, λοιπόν, που δεν θέλει το διαζύγιο να στιγματίσει μόνιμα το παιδί του, θα έπρεπε ίσως να προβληματιστεί λίγο πάνω στα πρότυπα που του δίνει. Αν είναι αρνητικά, τότε το διαζύγιο θα είναι καταστροφικό για το παιδί. Αυτό ωστόσο δεν είναι αναπόφευκτο.
    Το διαζύγιο, όπως και οποιαδήποτε άλλη κρίση που βιώνει μια οικογένεια, είναι ευκαιρία για πολύτιμη μάθηση: μέσα από τις δυσκολίες, το παιδί μαθαίνει σημαντικά πράγματα για τη ζωή και διαμορφώνει μια ανθεκτική, ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
     Ας δούμε, λοιπόν, μερικές ιδέες για να μετατρέψουμε το διαζύγιο από αρνητική-καταστροφική εμπειρία σε αρνητική-δημιουργική εμπειρία για τα παιδιά μας. Για να συμβεί αυτό, βέβαια, η βασική προϋπόθεση είναι να δεσμευτούμε μέσα μας ότι θα λειτουργήσουμε σαν γονείς, βάζοντας τις ανάγκες και το συμφέρον του παιδιού πάνω από την οργή, την εκδικητικότητα, το πείσμα και όποιο άλλο συναίσθημα τρέφουμε για τον/την πρώην μας – ακόμα κι αν δεν  κάνει το ίδιο ο άλλος γονιός.

Το διαζύγιο σαν μια εμπειρία ωρίμανσης. Είναι ευκαιρία να διδάξουμε στα παιδιά μας πώς μέσα από τις κρίσεις –όπως το διαζύγιο- μαθαίνουμε πράγματα για εμάς, και γινόμαστε πιο ώριμοι. Λέμε, για παράδειγμα: «Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος για όλους μας αλλά θα είμαστε μαζί και μέσα από αυτή θα μάθουμε πολύτιμα πράγματα που θα κάνουν καλύτερη τη ζωή μας αργότερα.»

Συναισθηματική έκφραση. Βοηθάμε το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματά του σχετικά με αυτό που βιώνει και εκφράζουμε κι εμείς τα δικά μας, αλλά με τρόπο που δείχνει ότι το αντέχουμε, ότι δεν καταρρέουμε, ούτε κατηγορούμε κανένα. Του λέμε, για παράδειγμα: «Καταλαβαίνω ότι στενοχωριέσαι γιατί ο μπαμπάς έφυγε από το σπίτι. Μπορείς να μου μιλήσεις γι΄αυτό - δεν πρόκειται να πάθω κάτι, ούτε θα θυμώσω μαζί σου. Είναι καλύτερο να μιλάμε γι΄αυτά που αισθανόμαστε».

‘Εμφαση στην αντοχή της σχέσης. Τονίζουμε πολύ πόσο ανθεκτική ήταν η σχέση μας με τον άλλο γονιό που άντεξε τις τόσες διαφορές και εντάσεις αρκετό καιρό – αλλά τώρα που καταλάβαμε πως δεν καταφέρναμε να είμαστε καλύτερα, χωρίζουμε όμως και πάλι θα συνεργαζόμαστε σε ό,τι αφορά στο παιδί.

Ευθύνη και των δύο σε μια σχέση. Χωρίς προσωπικές λεπτομέρειες, μπορούμε να μιλήσουμε για τις δυσκολίες που συναντάνε συνήθως τα ζευγάρια και να περάσουμε το μήνυμα πως σε μια σχέση έχουν και τα δύο μέρη συμμετοχή, άρα και ευθύνη γι΄αυτό που συμβαίνει. Λέμε, για παράδειγμα: «Με τον μπαμπά τσακωνόμαστε πολύ γιατί εγώ αργούσα κι εκείνος ήταν πολύ νευρικός». Επομένως, δείχνουμε στο παιδί πως και οι δύο κάναμε κάτι που συνέβαλε στον καυγά κι έτσι το εκπαιδεύουμε να παίρνει την ευθύνη του στις σχέσεις (κι όχι απλώς να κατηγορεί τους άλλους).

Αυτοκριτική. Και πάλι χωρίς λεπτομέρειες, είναι καλό να δείχνουμε στο παιδί πως κάνουμε αυτοκριτική και πως παραδεχόμαστε τα λάθη ή τις αδυναμίες μας. Για παράδειγμα: «Είναι αλήθεια πως είμαι πολύ ανυπόμονη και αυτό δημιουργεί εντάσεις.»

Αυτοβελτίωση. Δείχνουμε στο παιδί πως προσπαθούμε να διορθώσουμε κάποια από τα λάθη μας. Αν, για παράδειγμα, έχουμε παραδεχτεί πως είμαστε πολύ νευρικοί και αυτό έκανε κακό στο γάμο μας, δείχνουμε στο παιδί ότι προσπαθούμε να περιορίσουμε τα νεύρα μας με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο (μέσα από ασκήσεις, μέσα από βιβλία, από ψυχοθεραπεία, κλπ).

Ενσυναίσθηση. Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Δείχνοντας στο παιδί πως κατανοούμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο «άλλος» γονιός, το εκπαιδεύουμε στην ενσυναίσθηση. Όταν, για παράδειγμα, λέμε «ο μπαμπάς σε αγαπάει πολύ και σίγουρα ήθελε να έρθει, αλλά τον κράτησε ο διευθυντής του στη δουλειά», αφενός καθησυχάζουμε το παιδί και αφετέρου του δείχνουμε πως κατανοούμε τη δυσκολία του πατέρα του, παρόλο που μπορεί να έχουμε κάποια αρνητικά συναισθήματα απέναντί του.

Επίλυση προβλημάτων. Η κάθε αλλαγή που συμβαίνει είναι πεδίο εκπαίδευσης στην επίλυση προβλημάτων. ‘Οταν κάτι πάει στραβά, λέμε στο παιδί: «’Ελα να βρούμε μια λύση. Η μαμά δεν μπορεί να σε πάει στο πάρτι, αλλά δεν θέλουμε να το χάσεις. ‘Ελα να σκεφτούμε τι θα κάνουμε.»

Μέσα από τον πόνο του, το παιδί μπορεί έτσι να πάρει πολύτιμα μαθήματα που θα χαραχτούν στη μνήμη του και θα επηρεάσουν θετικά όλη του τη ζωή. Αντί να μεμψιμοιρούμε λοιπόν για το πόσο στενοχωριέται το παιδί μας από το διαζύγιο, ας σηκώσουμε τα μανίκια  κι ας κάνουμε το διαζύγιο μια εκπαιδευτική, δημιουργική εμπειρία για το παιδί μας.